GuidePedia

0


Δημοσίευμα στη γερμανική εφημερίδα WELT με τίτλο «Ο Μπάιντεν ωθεί τον Ερντογάν στα χέρια της Ε.Ε.» και υπότιτλο:

«Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ ακολουθεί μια Εξωτερική Πολιτική βασισμένη στις αξίες -σε αντίθεση με τον Τραμπ. Η Ουάσιγκτον θα αυξήσει την πίεση στην Άγκυρα, ειδικά σε σχέση με την εγγύτητα του Erdogan προς τον Πούτιν. Τώρα ο Τούρκος εξουσιαστής στρέφει τις ελπίδες του σε έναν παλιό σύμμαχο».

Η ανάλυση της συντάκτριας θεμάτων Εξωτερικής Πολιτικής Carolina Drüten αναφέρει, μεταξύ άλλων:

Ενώ ο Donald Trump περιέγραψε κατά τη διάρκεια συνάντησης στη Νέα Υόρκη τον Recep Tayyip Erdogan ως καλό του φίλο, ο Joe Biden βλέπει τον Τούρκο ομόλογό του ως αντίπαλο, όπως τουλάχιστον είχε δηλώσει σε συνέντευξή του με τους New York Times τον Ιανουάριο του 2020, όταν και ήταν ακόμα υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών.

Η αλλαγή εξουσίας στην Ουάσινγκτον δεν ήταν καλή είδηση για τον Erdogan. Αργά, τρεις ολόκληρες ημέρες μετά την ανακήρυξη του Biden τον Νοέμβριο ως νικητή των εκλογών, τον συνεχάρη ο Τούρκος ηγέτης. Ταυτόχρονα έστειλε στον Trump ένα μήνυμα, στο οποίο τον ευχαρίστησε για τη «θερμή φιλία» του.

Ο απερχόμενος Πρόεδρος είχε εκδηλώσει ανοικτά την συμπάθειά του προς τον αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης του Erdogan. Υπό τον Biden η Άγκυρα δεν θα διαθέτει ασυλία. Σε αντίθεση με τον Trump, ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ θα στραφεί σε μια Εξωτερική Πολιτική βασισμένη στις αξίες και στη στενή συνεργασία με την ΕΕ.

Οι επικριτές παραπονιούνται ότι η Τουρκία συμπεριφέρεται ολοένα και περισσότερο ως αντίπαλος παρά ως σύμμαχος στο ΝΑΤΟ. Υπό τον Erdogan, η χώρα όξυνε τα πνεύματα στην Μεσόγειο, ανέλαβε μονομερώς πρωτοβουλίες στη Συρία, την Λιβύη και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ στην περιοχή του Καυκάσου και ανέπτυξε θερμές σχέσεις με τη Ρωσία, έναν συστημικό αντίπαλο της Δύσης.

«Η τουρκική κυβέρνηση δρα υπό την παραδοχή ότι η Δύση βρίσκεται σε οριστική παρακμή», δηλώνει ο Sinem Adar, ερευνητής στο Κέντρο Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών του Ιδρύματος Επιστήμης και Έρευνας (SWP). Αυτή η εξέλιξη ξεκίνησε πριν από την εποχή του Trump. «Ήδη υπό τον Barack Obama οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει να αποσύρονται από την Μέση Ανατολή. Σε αυτό το κενό, η Τουρκία υιοθέτησε έναν ολοένα και περισσότερο επιθετικό ρόλο στην περιοχή», λέει ο Adar. Και ο Trump την άφησε σε μεγάλο βαθμό να κάνει ό,τι θέλει.

Ο Biden, από την άλλη πλευρά, προτίθεται να διοργανώσει μια διεθνή «Σύνοδο Κορυφής για την Δημοκρατία» με στόχο την καταπολέμηση της διαφθοράς και του αυταρχισμού και την ενίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έχει ανακοινώσει πολλές φορές ότι η Εξωτερική του Πολιτική θα είναι προσανατολισμένη στις δημοκρατικές αξίες και την διεθνή συνεργασία. «Η Τουρκία θα αποτελέσει σημαντική δοκιμασία ως προς αυτό», δηλώνει ο Ian Lesser, Αντιπρόεδρος του German Marshall Fund. Ο Biden θα αναγκαστεί να περπατήσει σε τεντωμένο σχοινί για να αντιμετωπίσει την Τουρκία με συνέπεια, χωρίς όμως να την αποξενώσει.

Ο κατάλογος των συγκρούσεων είναι μακρύς. Το πιο ενοχλητικό από αμερικανικής απόψεως είναι οι θερμές σχέσεις με την Μόσχα. Επειδή η Άγκυρα αγόρασε το ρωσικό πυραυλικό αμυντικό σύστημα S-400, η Ουάσιγκτον απέκλεισε τη χώρα από το πρόγραμμα των F-35. Η Άγκυρα ήταν συνεργάτης στην κατασκευή του μαχητικού αεροσκάφους και σχεδίαζε να αγοράσει πολλά αεροσκάφη.

Οι ΗΠΑ φοβούνται ότι η Μόσχα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ευαίσθητο ραντάρ του ρωσικού οπλικού συστήματος για να αποκτήσει στοιχεία για τις μυστικές δυνατότητες του αμερικανικού μαχητικού αεροσκάφους. Η παράδοση πολεμικού εξοπλισμού σε χώρα του ΝΑΤΟ αποτελεί ευπρόσδεκτο προηγούμενο για το Κρεμλίνο. Η Τουρκία έχει ήδη λάβει μια πρώτη παρτίδα των S-400, και θα ακολουθήσει μια δεύτερη.

Γι’ αυτόν τον λόγο οι ΗΠΑ αποφάσισαν κυρώσεις κατά της Τουρκίας τον Δεκέμβριο. Η βάση τους είναι o νόμος του 2017 με το ακρωνύμιο CAATSA («Countering America’s Adversaries through Sanctions»). Σύμφωνα με αυτόν, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να επιβάλει ποινικά μέτρα εναντίον τρίτης χώρας σε περίπτωση «σημαντικής συναλλαγής» με τον αμυντικό τομέα της ρωσικής κυβέρνησης.

Όμως παρά το γεγονός ότι υπήρξε διακομματική ενότητα επί του θέματος στο Κογκρέσο (σπάνιο πλέον στην αμερικανική πολιτική), ο Trump επέβαλε με μεγάλη αυτοσυγκράτηση κυρώσεις, οι οποίες πλήττουν μεμονωμένες Διευθύνσεις και πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Lesser, η προσωπική σχέση μεταξύ του Erdogan και του Trump «πιθανώς απέτρεψε σοβαρότερες κυρώσεις».

Αυτό θα μπορούσε να αλλάξει υπό τον Biden. Ο Υπουργός Εξωτερικών του, Antony Blinken, δήλωσε πρόσφατα κατά την ακρόασή του στο Κογκρέσο σε σχέση με τα μέτρα εναντίον της Τουρκίας ότι η ομάδα του θα εξετάσει «εάν θα πρέπει να γίνει κάτι περισσότερο». Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι «ο επονομαζόμενος στρατηγικός εταίρος» των ΗΠΑ ενεργεί σε συνεννόηση με έναν από τους μεγαλύτερους αντιπάλους των Αμερικανών, την Ρωσία.

Ο Blinken είναι έμπειρος στην Εξωτερικής Πολιτική, ενώ γνωρίζει καλά την Ευρώπη και την Τουρκία. Ως μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας κατά την προεδρία του Bill Clinton, τον συνόδευσε σε επίσκεψή του στην Τουρκία την δεκαετία του 1990.

Το θεμελιώδες ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει η προεδρία του Biden σε σχέση με την Τουρκία είναι: Ωφελεί ή βλάπτει περισσότερο η Άγκυρα τις ΗΠΑ, όταν πρόκειται για τα αμερικανικά συμφέροντα έναντι της Ρωσίας; Η απάντηση θα εξαρτηθεί από τον τρόπο με τον οποίο θα τοποθετηθεί ο Erdogan και αν θα είναι πρόθυμος να υποχωρήσει στο ζήτημα των S-400.

Η Ρωσία μπορεί να είναι το μεγαλύτερο σημείο διαμάχης, αλλά δεν είναι το μόνο. Στην Ουάσιγκτον υπάρχει επίσης ανησυχία για την τουρκική επεκτατική πολιτική στη Μεσόγειο. Ως αντάλλαγμα στην στρατιωτική υποστήριξη που παρείχε η Άγκυρα, η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στη Λιβύη υπέγραψε συμφωνία με την Άγκυρα σχετικά με την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αθήνα κατηγορεί την Τουρκία ότι αναζητά φυσικό αέριο σε θαλάσσιες περιοχές που σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας ανήκουν στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η σύγκρουση έφτασε αρκετές φορές σε σχεδόν στρατιωτική κλιμάκωση. Ωστόσο, η Ουάσινγκτον ενδιαφέρεται για την σταθερότητα στην περιοχή. Ο Biden γνωρίζει καλά τα πράγματα εκεί. Αναμένεται να απαιτήσει από την Τουρκία με μεγαλύτερη επιμονή από την προηγούμενη κυβέρνηση να τηρήσει το Διεθνές Δίκαιο στη Μεσόγειο.

Μια εκρηκτική έρευνα που θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά την τουρκική Οικονομία –και πιθανώς και τον Τούρκο πρόεδρο και μέλη της οικογένειάς του- πιθανότατα θα συνεχιστεί και υπό τον Biden. Πρόκειται για την υπόθεση της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank. Αυτή φέρεται να μετέφερε λαθραία δισεκατομμύρια Ευρώ σε μετρητά και χρυσό στο Ιράν, παρακάμπτοντας έτσι τις κυρώσεις κατά της χώρας. Η Εισαγγελία της Νέας Υόρκης είχε ξεκινήσει την έρευνά της ήδη από την εποχή του Obama. Όταν ο Trump έγινε πρόεδρος, ο Erdogan λέγεται ότι τον πίεσε να σταματήσει τις έρευνες.

Ο πρώην Σύμβουλος Ασφαλείας του Trump, John Bolton, αποκάλυψε στο βιβλίο του ότι ο πρώην Αμερικανός Πρόεδρος είχε διαβεβαιώσει τον Erdogan πως θα αντικαταστήσει τους εισαγγελείς. Οι New York Times ερεύνησαν λεπτομερώς πώς ο Trump έθεσε προσκόμματα στην όλη υπόθεση.

Εάν τώρα η έρευνα συνεχιστεί υπό τον Biden -κάτι που θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο- και καταδικαστούν οι υπεύθυνοι της Halkbank, αυτό θα οδηγήσει σε βαριές κυρώσεις που θα επιβαρύνουν περαιτέρω την ήδη αδύναμη τουρκική Οικονομία.

Ο Erdogan διαθέτει οξύ αισθητήριο ως προς το πότε αλλάζει η πολιτική ατμόσφαιρα. Περαιτέρω κυρώσεις, είτε από τις ΗΠΑ είτε από την ΕΕ, θα πλήξουν σοβαρά τη χώρα του. Ακριβώς όπως δεν έχει περιθώρια για περαιτέρω πλήγματα στην Οικονομία, δεν έχει την πολυτέλεια αντέξει την ταυτόχρονη πίεση από την ΕΕ και τις ΗΠΑ Αλλά αυτό ακριβώς κινδυνεύει να υποστεί με την κυβέρνηση Biden.

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει επομένως να αξιολογηθεί το ότι η Τουρκία και η Ελλάδα μετά από πενταετή διακοπή συναντήθηκαν και πάλι τη Δευτέρα στην Κωνσταντινούπολη για διερευνητικές συνομιλίες επί της διαμάχης για το φυσικό αέριο στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και το ότι ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Mevlüt Cavusoglu επισκέφθηκε τις Βρυξέλλες την προηγούμενη εβδομάδα. Κατά το τελευταίο διάστημα ο Erdogan τονίζει συχνά την πρόθεσή του να βελτιώσει τις σχέσεις με την ΕΕ.

Ο ειδικός σε θέματα Τουρκίας Adar χαρακτηρίζει την επαναπροσέγγιση «καλή αρχή». Ωστόσο, είναι πολύ νωρίς να εκφραστεί μακροπρόθεσμη αισιοδοξία για τις σχέσεις μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας. «Η εμπιστοσύνη στις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας έχει υποστεί μεγάλη ζημιά τα τελευταία χρόνια», λέει. «Θα χρειαστεί χρόνος για να επιδιορθωθούν».

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.


Δημοσίευση σχολίου

 
Top