GuidePedia

0


του Νικόλα Δημητριάδη
Στις αρχές του έτους, το υπουργείο Εθνικής Άμυνας προέβη σε μία κίνηση που προκάλεσε έκπληξη: Αποφάσισε τη συμμετοχή της Ελλάδας σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα σχεδίασης και ανάπτυξης ενός νέου πλοίου, του «European Patrol Corvette». Είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις που η Ελλάδα αποφασίζει να συμμετάσχει εξαρχής στην εξέλιξη ενός οπλικού συστήματος, αντί να αγοράσει ένα έτοιμο, από κάποια άλλη χώρα.

Το πρόγραμμα «European Patrol Corvette» (ΕPC) εντάσσεται στην ευρωπαϊκή «Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία στον τομέα της Ασφάλειας και της Άμυνας» (PESCO) και αναμένεται να αποδώσει ένα πλοίο 3.000 τόνων, το οποίο θα δέχεται μια ποικιλία εξοπλισμού και οπλισμού, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε διαφορετικούς ρόλους: από περιπολικό ανοικτής θαλάσσης για την Ακτοφυλακή, μέχρι μικρή φρεγάτα για το Πολεμικό Ναυτικό. Του προγράμματος ηγείται ο γαλλοϊταλικός ναυπηγικός κολοσσός Naviris (κοινοπραξία των εταιρειών Fincantieri και Naval group).

Πρόσφατα, ένα άρθρο στο European Defense Review έριξε λίγο φως στην εξέλιξη του προγράμματος: Πλέον συμμετέχουν σε αυτό πέντε χώρες (Ιταλία, Γαλλία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία), που προσδοκούν να καλύψουν διαφορετικές ανάγκες η καθεμία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ιταλία σκοπεύει να προμηθευτεί 8 πλοία, με έναρξη παραλαβών το 2027, ενώ η Γαλλία ενδιαφέρεται για 6, από το 2030. Τα πρώτα πλοία θα είναι μάλλον της Ισπανίας, η οποία επιθυμεί να τα αποκτήσει από το 2023. Για την Ελλάδα (που επιθυμεί την πιο γρήγορη και βαρύτερα οπλισμένη έκδοση του πλοίου), το δημοσίευμα δεν είχε κάποια πληροφορία για το χρονοδιάγραμμα απόκτησής του.

Συμμετέχοντας εξαρχής στο πρόγραμμα, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αποκομίσει πολλαπλά οφέλη. Κατ’ αρχήν, θα διαμορφώσει το πλοίο εξ’ αρχής στη μορφή που εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες του. Επίσης, θα δώσει την ευκαιρία σε ελληνικές εταιρείες να εμπλακούν σε ένα μεγάλο ναυπηγικό πρόγραμμα, είτε αναπτύσσοντας κάποια από τα υποσυστήματα του πλοίου, είτε αναλαμβάνοντας κάποιο υποκατασκευαστικό έργο. Τέλος, είναι δεδομένο ότι τα πλοία αυτά θα ναυπηγηθούν στην Ελλάδα.

Ίσως το σκεπτικό των επιτελών του Ναυτικού να ήταν ότι η EPC θα μπορούσε (με χαμηλό κόστος, λόγω οικονομίας κλίμακας) να αντικαταστήσει μαζικά τις 9 παλαιές φρεγάτες τύπου «S» και να πλαισιώσει τις μεγαλύτερες φρεγάτες Μπελαρά που υπολόγιζε τότε να αποκτήσει. Πράγματι, η ευρωπαϊκή EPC παρουσιάζεται ως το ιδανικό συμπλήρωμα των Μπελαρά, διαμορφώνοντας έναν συνδυασμό μεγάλων φρεγατών με αυξημένες αντιαεροπορικές δυνατότητες και μικρότερων φρεγατών γενικών καθηκόντων. Ένας τέτοιος συνδυασμός μπορεί να προσφέρει στο ναυτικό ομοιογένεια (με τη χρήση κοινών συστημάτων και όπλων) και να ανοίξει στην Ελλάδα την πόρτα της ευρωπαϊκής ναυπηγικής βιομηχανίας.



Στο πλαίσιο της ελληνογαλλικής αμυντικής προσέγγισης, είχαμε τον τελευταίο χρόνο και άλλες ειδήσεις:

Eρωτηθείς στη Βουλή, ο κ. Παναγιωτόπουλος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο συμμετοχής της Ελλάδας στη γαλλο-γερμανική κοινοπραξία που έχει αναλάβει να σχεδιάσει το μελλοντικό «ευρωμαχητικό» FCAS, που θα αντικαταστήσει από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας τα Ραφάλ και Γιουροφάιτερ. Ό,τι είχε κάνει, δηλαδή, και η Τουρκία με το F-35: συμμετέχοντας εξ’ αρχής στο πρόγραμμα, εξασφάλισε τα μέγιστα οφέλη για την αμυντική βιομηχανία της. Από την ανάληψη υποκατασκευαστικού έργου, μέχρι την απόκτηση τεχνογνωσίας και τη βελτίωση των δικών της αμυντικών προϊόντων. Τυχόν συμμετοχή της Ελλάδας σε ένα πρόγραμμα σαν το FCAS θα μπορούσε να φέρει μια μικρή τεχνολογική κοσμογονία (ειδικά σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, που έχει βαφτίσει «υψηλή τεχνολογία» την ανάπτυξη εφαρμογών για σμαρτφόουν).

Νωρίτερα, τον Φεβρουάριο, η Naval Group, κατασκευάστρια των φρεγατών Μπελαρά, είχε υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με τον σύνδεσμο των ελληνικών αμυντικών εταιρειών (ΣΕΚΠΥ), καθώς και με τρία ελληνικά πανεπιστήμια, για την από κοινού συνεργασία σε ναυπηγικά και άλλα αμυντικά προγράμματα[.

Άλλες ειδήσεις, πάλι, έφερναν την γαλλική εταιρεία Safran, που κατασκευάζει κινητήρες αεροσκαφών (μεταξύ άλλων και του Ραφάλ), να εξετάζει το ενδεχόμενο δημιουργίας εργοστασίου συντήρησης κινητήρων στην Ελλάδα.

Ραφάλ, Μπελαρά, EPC, FCAS: Όλες αυτές οι ειδήσεις αποκαλύπτουν τις πολύπλευρες διαστάσεις της κυοφορούμενης ελληνογαλλικής αμυντικής προσέγγισης. Δεν μιλάμε απλώς για την αγορά όπλων και την πραγματοποίηση κοινών ασκήσεων. Δεν μιλάμε καν για την παροχή «εγγυήσεων» που, δυστυχώς, βλέπουμε ότι απασχολεί τον ελληνικό πολιτικό κόσμο πολύ περισσότερο απ’ ότι η αμυντική θωράκιση της χώρας. Εδώ διακυβεύεται κάτι ακόμη: η ενεργή εμπλοκή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και η μοναδική ευκαιρία, αφενός να ενισχύσει τους δικούς της τομείς βιομηχανίας και υψηλής τεχνολογίας, αφετέρου να ξεκινήσει μια σταδιακή πορεία απεξάρτησης των Ενόπλων Δυνάμεων από τις «off the shelf» αγορές ξένων όπλων, με όλες τις εξαρτήσεις και τους κινδύνους που εγκυμονεί η πρακτική αυτή. Κάτι τέτοιο θα προσέφερε μακροπρόθεσμα και στην πολιτική ηγεσία τη δυνατότητα χάραξης μια πιο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής.

Αυτόν τον δρόμο ακολουθεί η Τουρκία του Ερντογάν, ξοδεύοντας αφειδώς δισεκατομμύρια, για να εξασφαλίσει ότι στο μέλλον, δεν θα χρειάζεται να χτυπάει την πόρτα της εκάστοτε πρεσβείας, αν θέλει να χρησιμοποιήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της.

Η συμμετοχή της Ελλάδας σε αμυντικά προγράμματα, μαζί με χώρες με τις οποίες μοιράζεται κοινά συμφέροντα, είναι, λοιπόν, επωφελής σε πολλά επίπεδα – οικονομικά, πολιτικά, αλλά και αμιγώς επιχειρησιακά. Κακά τα ψέματα, όμως: Η ελληνογαλλική προσέγγιση έρχεται σε κόντρα με τις παραδοσιακές σχέσεις εξάρτησης και πατρωνίας που ενδημούν στην Ελλάδα και το πολιτικό της σύστημα. Για να προχωρήσει, λοιπόν, θα πρέπει να γίνουν υπερβάσεις, τις οποίες οι ελληνικές ελίτ δεν δείχνουν ως τώρα ικανές να κάνουν.

Στον αντίποδα της ελληνογαλλικής προσέγγισης βρίσκονται η Γερμανία και οι Η.Π.Α., που δεν πρέπει να βλέπουν με καλό μάτι τις εξελίξεις αυτές. Οι Η.Π.Α., μάλιστα, επιχειρούν μια «επίθεση φιλίας», με την εξαγορά των ελληνικών ναυπηγείων και την προώθηση των ελαφρών φρεγατών MMSC για το Πολεμικό Ναυτικό. Tα πλοία αυτά είναι ευθέως ανταγωνιστικά των EPC: αναμένεται να έχουν ανάλογο μέγεθος, εξοπλισμό και αποστολή. Ίσως γι’ αυτό το δημοσίευμα του European Defense Review δεν έχει πληροφόρηση για το χρονοδιάγραμμα απόκτησης των ελληνικών EPC: μήπως η κυβέρνηση… το ξανασκέφτεται;

Με την πρότασή τους για τις φρεγάτες MMSC, οι Η.Π.Α. επιχειρούν να βάλουν «πόδι» στο Πολεμικό Ναυτικό μετά από πολλά χρόνια. Παράλληλα, η προώθηση αυτή φαίνεται ότι επιχειρεί να «τορπιλίσει» την αγορά των μεγαλύτερων και ισχυρότερων Μπελαρά, αλλά και γενικότερα τη στενότερη ελληνογαλλική αμυντική προσέγγιση. Το «δόλομα» που προσφέρουν οι Η.Π.Α. είναι η ναυπήγηση των MMSC στην Ελλάδα. Όμως το ίδιο μπορεί να ισχύσει και για οποιοδήποτε άλλο πλοίο επιλεγεί (η εγχώρια ναυπήγηση, άλλωστε, είναι και η συνήθης πρακτική διεθνώς, για παραγγελίες που υπερβαίνουν τα 2-3 πλοία). Αρκεί, βέβαια, οι νέοι μέτοχοι των ελληνικών ναυπηγείων να τα λειτουργήσουν ως αυτό που πραγματικά είναι: ναυπηγεία που αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ναυπήγηση και όχι ως αντιπροσωπείες, που προωθούν συγκεκριμένα «προϊόντα» άλλων εταιρειών.

Η κατάσταση αναμένεται να ξεκαθαρίσει το προσεχές διάστημα: Μέχρι το τέλος του χρόνου η ελληνική κυβέρνηση αναμένεται να αποφασίσει το μέλλον του Πολεμικού Ναυτικού. Είτε θα προτιμήσει τον «ευρωμεσογειακό» δρόμο, χτίζοντας ένα ισχυρό ναυτικό, με την ενεργή εμπλοκή της ελληνικής βιομηχανίας και με τον καλύτερο δυνατό συνδυασμό αποτελεσματικότητας και ανεξαρτησίας, είτε θα προτιμήσει τον «ατλαντικό» δρόμο, της επιχειρησιακής και πολιτικής εξάρτησης από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τον Λευκό Οίκο και τις ορέξεις του εκάστοτε ενοίκου του…

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.


Δημοσίευση σχολίου

 
Top