GuidePedia

0


Γιώργος Σκαφιδάς
Ηταν Ιανουάριος του 2024, όταν το Ιράν εντάχθηκε στην ομάδα των BRICS, παίρνοντας θέση δίπλα στη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική· και Οκτώβριος του 2024, όταν πήρε μέρος για πρώτη φορά ως κανονικό μέλος σε Σύνοδο Κορυφής των BRICS.

Μάλιστα στις επίσημες φωτογραφίες της εν λόγω Συνόδου, που είχε πραγματοποιηθεί επί ρωσικού εδάφους, στην πόλη Καζάν, ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν στέκεται δίπλα στον Εμιρατινό σεΐχη Μοχάμεντ μπιν Ζάγεντ Αλ Ναχιάν. Παράξενο; Όχι με τα τότε δεδομένα. Ιράν και Εμιράτα είχαν άλλωστε ενταχθεί ταυτόχρονα στις τάξεις της ομάδας των BRICS.

Σχεδόν δύο χρόνια μετά ωστόσο, το κλίμα έχει πια αλλάξει άρδην, με τους Ιρανούς να βομβαρδίζουν τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου που φιλοξενούν αμερικανικές δυνάμεις, των ΗΑΕ συμπεριλαμβανομένων, και τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας των BRICS να παρακολουθούν από απόσταση, χωρίς να παρεμβαίνουν, καθώς το Ιράν δέχεται συντριπτικά πλήγματα από Αμερικανούς και Ισραηλινούς.

Προτού ξεκινήσουν οι αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, οι Ρώσοι και οι Κινέζοι ήταν, φαινομενικά έστω, οι «καλύτεροι φίλοι» των Ιρανών, από τους οποίους προμηθεύονταν drones οι μεν, ενέργεια οι δε. Οι Ρώσοι είχαν μάλιστα συνάψει με το Ιράν, μέσα στο 2025, και μια αξιοσημείωτη 20ετή συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης.

Όταν όμως η Τεχεράνη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια υπαρξιακών διαστάσεων απειλή μετά τις 28 Φεβρουαρίου, τη μεγαλύτερη που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει μετά το 1979, το Πεκίνο και η Μόσχα δεν έσπευσαν να τη συνδράμουν, τουλάχιστον όχι εμφανώς και όχι στον βαθμό που θα περίμενε κανείς.

Γιατί; Απλώς επειδή δεν μπορούν ή μήπως επειδή δεν θέλουν;

Μόσχα και Πεκίνο έχουν άλλες προτεραιότητες αυτήν την περίοδο. Αυτό είναι σαφές. Οι μεν Ρώσοι την Ουκρανία, οι δε Κινέζοι την Ταϊβάν.

Η στρατιωτική εμπλοκή των Αμερικανών στο μέτωπο του Ιράν, με τον τρόπο μάλιστα με τον οποίο εξελίσσεται τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, θα μπορούσε ίσως να ωφελήσει τους Ρώσους και τους Κινέζους εξ αντανακλάσεως, τόσο σε πρακτικό επίπεδο, καθώς αποσπά την προσοχή και τους πόρους των Αμερικανών από τα μέτωπα της Ουκρανίας και της Ταϊβάν, όσο και σε επίπεδο προπαγανδιστικό, καθώς αναβιώνει έναν παλαιού τύπου αμερικανικό ιμπεριαλισμό που μπορεί να ξυπνήσει αρνητικές μνήμες στις χώρες του καλούμενου παγκοσμίου νότου όπου η Μόσχα και το Πεκίνο διεκδικούν μεγαλύτερη επιρροή.

«Η σιωπή της Κίνας σε σχέση με το Ιράν αποκαλύπτει τις πραγματικές της προτεραιότητες», γράφει ο Γιανγκ Σιαοτόνγκ (Horizon Insights) σε ανάλυσή του στο Al Jazeera, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν – μια χώρα που είχε ενταχθεί στην πρωτοβουλία Ζώνη και Δρόμος καθώς και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης – πλέον «δεν είναι τόσο σημαντικό για την Κίνα».

Η στροφή του Τραμπ στο δυτικό ημισφαίριο όπως αυτή εκδηλώνεται πια στο πλαίσιο του «δόγματος Ντονρόε» και η ενδεχόμενη «ανοχή» του Αμερικανού προέδρου στο θέμα της Ταϊβάν, θα μπορούσαν ενδεχομένως να αξιολογηθούν ως «βολικές» εξελίξεις από τη σκοπιά των κινεζικών συμφερόντων, ενώ προφανώς θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς και το γεγονός ότι οι ΗΠΑ ήταν ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κίνας το 2025, παρά τα «πυρά» των δασμών και τις απειλές Τραμπ.

Ακόμη κι έτσι ωστόσο, από την άλλη πλευρά, η απώλεια ερεισμάτων στη διεθνή σκηνή (του Χαμενεΐ στο Ιράν, του Μαδούρο στη Βενεζουέλα) δεν μπορεί να αφήνει παντελώς «ασυγκίνητο» ή «απροβλημάτιστο» το Πεκίνο το οποίο τηρεί στάση αναμονής περιμένοντας να δει πώς θα είναι τα δεδομένα επί του πεδίου έπειτα από τον τρέχοντα πόλεμο, έναν πόλεμο ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο τον Νετανιάχου, μπορεί να τελειώσει πιο γρήγορα από όσο πολλοί νομίζουν.

Οσο για τη Ρωσία του Πούτιν, εκείνη πλέον «βολεύεται» βλέποντας τις τιμές του πετρελαίου να ανεβαίνουν και τις δυτικές κυρώσεις που ίσχυαν σε βάρος της λόγω του πολέμου στην Ουκρανία να χαλαρώνουν στην πράξη υπό το βάρος των νέων αναγκών.

Από εκεί και πέρα ωστόσο, πέρα από τις όποιες ακούσιες συνέπειες της νέας σύγκρουσης γύρω από το Ιράν κάποιες από τις οποίες μπορεί να ωφελούν τη Ρωσία, η απροθυμία της Μόσχας να παρέμβει κρύβει πραγματικές ρωσικές αδυναμίες, όπως αναφέρουν σε ανάλυσή τους στο περιοδικό Foreign Affairs οι Αλεξάντερ Γκαμπούεφ, Σεργκέι Βακουλένκο και Νικόλ Γκραγιέφσκι.

Σύμφωνα με τη σχετική ανάλυση: «Όταν οι φίλοι της Ρωσίας έχουν ανάγκη, η Μόσχα εκδίδει έντονες δηλώσεις, αλλά δεν κάνει τίποτα άλλο. Στα τέλη του 2023, απέτυχε να παρέμβει στον σύντομο πόλεμο μεταξύ της συμμάχου της, Αρμενίας, και του Αζερμπαϊτζάν, επιτρέποντας στο Μπακού να ανακτήσει τον έλεγχο του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Έναν χρόνο αργότερα, άφησε τις δυνάμεις των ανταρτών να ανατρέψουν το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Δαμασκό. Μέσα στον περασμένο χρόνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες απήγαγαν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, βασικό εταίρο της Μόσχας στη Λατινική Αμερική, χωρίς να συναντήσουν κανένα ρωσικό εμπόδιο. Όλες αυτές οι περιπτώσεις αποκαλύπτουν τους περιορισμούς της ρωσικής δύναμης να διαμορφώνει τις εξελίξεις διεθνώς».

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

Δημοσίευση σχολίου

 
Top