GuidePedia

0

Με την Τουρκία να έχει φροντίσει… φιλότιμα να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα, φροντίζοντας στην πράξη να επιβαρύνει το κλίμα υπενθυμίζοντας τα πραγματικά όρια των ελληνοτουρκικών συναντήσεων, πραγματοποιείται σήμερα στις 15.15, η συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα. Το όλο αφήγημα όμως που συνοδεύει την απόφαση της Ελλάδας να δώσει το πράσινο φως για τη διεξαγωγή της συνάντησης και να προσέλθει ο πρωθυπουργός με κουστωδία υπουργών, είναι προδήλως προβληματικό όσον αφορά τη θεμελιώδη λογική του.

Μετά τη συνάντηση των δύο ηγετών θα συνεδριάσει το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας. Οι συνήθειες κυβερνητικές πηγές -ή αλλιώς “κυβερνητικοί κύκλοι”- μεταφέρουν στα μέσα ενημέρωσης ότι στόχος είναι η διατήρηση και ενίσχυση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η εδραίωση μιας λειτουργικής σχέσης με την Τουρκία. Η αναφορά αυτή εμπεριέχει ένα λογικό σφάλμα που δεν είναι άλλο από τη σύνδεση τέτοιων συναντήσεων με τους λειτουργικού διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία.

Είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνονται ότι η ύπαρξη “λειτουργικών διαύλων” εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη βούληση του Ερντογάν σε κάθε ξεχωριστή συγκυρία και όχι από το αν θα πραγματοποιηθεί ή όχι διμερής συνάντηση; Είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνονται ότι αυτή τους η ψευδαίσθηση και μόνο οδήγησε στην εντατικοποίηση των επαφών με στόχο τη συνάντηση των ηγετών και τη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας; Σε συνδυασμό με το ότι η ελληνική επίδειξη πρόταξης της διπλωματίας για την επίλυση “διαφορών” ανάμεσα σε -τυπικά έστω- “συμμάχους”, βολεύει την τουρκική διπλωματία σε τακτικό αμιγώς επίπεδο;

Θα μπορούσε ασφαλώς κανείς να ισχυριστεί, ότι αμφότερες οι χώρες έχουν ανησυχήσει από το ιδιότυπο διπλωματικό bullying που χρησιμοποιεί η Ουάσινγκτον, χωρίς να ξεχωρίζει ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς. Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε κανείς να υποπτευθεί, ότι σε τακτικό πάντα, επίπεδο Ελλάδα και Τουρκία ενδιαφέρονται να δείξουν ότι μπορούν να διατηρήσουν μια λειτουργική διαδικασία από μόνοι τους. Κι αυτό ώστε να αποφύγουν περιπλοκές από ενδεχόμενη άτσαλη αμερικανική παρέμβαση, η οποία στο τέλος της ημέρας (βλ. θητείας Τραμπ) θα μπορούσε να επιδεινώσει αντί να εξομαλύνει την κατάσταση.

Βέβαια, ένας εξαιρετικά ισχυρός αντίλογος έμπειρων παρατηρητών είναι, ότι από τη στιγμή που ο μόνος διεκδικών είναι η Τουρκία, η “μοιρασιά” που θα επιβάλλει ο Τραμπ θα έχει μόνο έναν κερδισμένο! Τον ίδιο και τη χώρα του που θα καταγράψουν κέρδη, τα οποία ως τετελεσμένα θα συνοδεύσουν τα ελληνοτουρκικά τις δεκαετίες που ακολουθούν.

Εξάλλου, όλοι αντιλαμβάνονται ότι προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή σοβαρής συζήτησης απλώς δεν υπάρχουν. Η Ελλάδα δηλώνει πως μοναδικό ζήτημα προς διευθέτηση, κατά προτίμηση από διεθνή δικαιοδοτικό μηχανισμό, είναι αυτό της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και η Τουρκία θέτει ως προϋπόθεση την συμπερίληψη κι άλλων ζητημάτων που άπτονται όχι μόνο των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, αλλά κι αυτής καθαυτής της κυριαρχίας της. Επίσης, από τη στιγμή που δεν αποδέχεται το πλαίσιο του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, η διαδικασία είναι καταδικασμένη εκ προοιμίου.

Η Αθήνα όμως, μέσα από αυτή τη διαδικασία, συνεχίζει να διακηρύσσει ότι προσδοκά στη διεξαγωγή “εποικοδομητικής συζήτησης” με στόχο να διασφαλιστεί κλίμα ηρεμίας στις διμερείς σχέσεις. Είναι αυταπόδεικτο ότι σε περίπτωση που η Τουρκία διακρίνει οποιαδήποτε ευκαιρία προώθησης των επιδιώξεών της απέναντι στην Ελλάδα, δεν θα διστάσει να τερματίσει τις επαφές αυτές σε μια νύχτα. Άρα, η σύνδεση τέτοιων επαφών με το όποιο καλό κλίμα είναι επιεικώς αυθαίρετη.

Αυτός είναι και ο λόγος που μόλις ανακοινώθηκε η διεξαγωγή της συνάντησης, η Τουρκία φρόντισε να υπενθυμίσει την πραγματική κατάσταση στις διμερείς σχέσεις. Η NAVTEX “αορίστου χρόνου”, το πολύνεκρο περιστατικό με τους παράνομες μετανάστες και η γενικότερη όξυνση της ρητορικής σε όλα τα επίπεδα της τουρκικής ηγεσίας, στόχο είχαν να αποτρέψουν την πολιτικά βολική καλλιέργεια ψευδαισθήσεων και να διαμηνύσει σε όποιους θέλουν να το καταλάβουν, ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να κάνει τίποτα απολύτως που να τη δεσμεύει.

Τα σημαντικά κεκτημένα που βλέπει η κυβερνητική ρητορική τα τελευταία δυόμισι χρόνια, στα οποία συμπεριλαμβάνει τη μείωση της έντασης στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, τη συνεργασία στο Μεταναστευτικό που εξασφαλίζει μείωση των ροών, καθώς επίσης και άλλα θέματα χαμηλής πολιτικής (βίζα σύντομης διάρκειας για τους Τούρκους σε 12 νησιά του Αιγαίου και αύξηση του διμερούς εμπορίου), παρότι έχουν τη σημασία τους, δεν πρόκειται να επηρεάσουν τις αποφάσεις της τουρκικής ηγεσίας στα κύρια ζητήματα της διμερούς ατζέντας.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας καλύτερης κατανόησης της κατάστασης, το DP ζήτησε τη γνώμη έμπειρου παρατηρητή των διεθνών εξελίξεων και ιδιαίτερα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Συμφώνησε να μας μιλήσει υπό την προϋπόθεση της ανωνυμίας. Οι απόψεις του έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Ας τις δούμε:

Κεντρική επιθυμία του Μητσοτάκη στις σχέσεις με την Τουρκία είναι όσο είναι πρωθυπουργός να μην υπάρξει κάποια κρίση. Επίσης, αγωνιά να μην του επιβληθεί από τον Τραμπ μια συμφωνία που θα του δημιουργήσει εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα. Ίσως θα επιθυμούσε να υπάρξει μια συμφωνία με τον Ερντογάν, στη βάση μιας αμοιβαίας επιχειρηματικής ωφέλειας. Αυτό προσιδιάζει στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία του, η οποία βλέπει τις μπίζνες ως τη λυδία λίθο για το κάθε πρόβλημα.

Επιπλέον, γνωρίζει πολύ καλά ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ικανοποιούσε τον διεθνή παράγοντα. Ουάσιγκτον και Βερολίνο θέλουν να μειωθεί η ένταση στην ανατολική Μεσόγειο και να αρθούν τα μόνιμα εμπόδια που προκύπτουν στις προσπάθειές τους να εντάξουν πλήρως στις δυτικές επιδιώξεις την… αλληθωρίζουσα ευρασιατικά Άγκυρα. Λόγω ιδιοσυγκρασίας, ο Μητσοτάκης είναι επιρρεπής στην ταύτιση με τις επιθυμίες των ισχυρών προστατών.

Η αδυναμία του να υλοποιήσει αυτές τις διαθέσεις του έγκειται:

Πρώτον, στις σφοδρές αντιδράσεις στην ελληνική κοινωνία, που είναι ευαίσθητη απέναντι σε όποια παραχώρηση συμφωνηθεί προς την Τουρκία, με αντάλλαγμα την ειρήνη και τα κέρδη. Ιδιαίτερα τώρα, που η ΝΔ βρίσκεται σε ένα οριακό σημείο εκλογικής επιρροής, και με τις εκλογές σε ένα χρόνο, τέτοιες αποφάσεις είναι αδύνατο να ληφθούν. Η πίεση γίνεται μεγαλύτερη καθώς ουσιαστικά η πολιτική της προσέγγισης με την Άγκυρα δέχεται την αυστηρότερη κριτική από τους κόλπους της παράταξής του.

Αφενός, οι τοποθετήσεις Σαμαρά και Καραμανλή, αφετέρου η σκληρή γραμμή Δένδια, αναγκάζουν τον Μητσοτάκη να πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι αυτό που του καταλογίζουν. Ίσως, μάλιστα, και αυτός να ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ώθησαν τους δύο πρώην πρωθυπουργούς στις σκληρές τοποθετήσεις – με διαφορετικό ύφος και ορολογία ο καθένας, αλλά το νόημα είναι το ίδιο.

Δηλαδή, η αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχομένου, που προφανώς είχαν αντιληφθεί ότι σχεδιαζόταν. Από αυτήν την άποψη, σίγουρα το πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό, καθώς η αντιπολίτευση είναι βυθισμένη δεν δείχνει ανάλογη επιδραστικότητα στην ελληνική κοινωνία, όταν βεβαίως κάνει κριτική για τα ελληνοτουρκικά και δεν ταυτίζεται με την νεοφιλελεύθερη οπτική από διεθνιστικές αφετηρίες.

Ο δεύτερος παράγων που απαγορεύει σε αυτή τη φάση τουλάχιστον μια σοβαρή συμφωνία με την Άγκυρα, όπως θα ήθελε το περιβάλλον Μητσοτάκη, είναι το Ισραήλ. Το Ισραήλ δεν έχει βέβαια πρόβλημα να συναλλάσσεται με την Τουρκία, όπως το έχει κάνει στον Καύκασο, βοηθώντας το Αζερμπαϊτζάν, αλλά και στη Συρία, όπου από κοινού ανέτρεψαν τον Άσαντ, παρά τις όποιες αντιθέσεις τους – οι οποίες, όμως, δεν απέτρεψαν την κατάρρευση του κουρδικού παράγοντα για μια ακόμη φορά.

Ωστόσο, το εβραϊκό κράτος δεν επιθυμεί να δει την Τουρκία, όσο είναι ο ισλαμιστής Ερντογάν στην εξουσία, να επεκτείνεται σε βαθμό που να περιορίζει τη δική του επιρροή. Αυτή η πίεση άλλωστε διαπιστώνεται στην αμφιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης, που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ των διαφόρων πιέσεων. Ασφαλώς, ο Μητσοτάκης θα προτιμούσε να ήταν μια η γραμμή, ώστε να τον διευκόλυνε και αυτόν στις επιλογές του.

Η Τουρκία, που αντιλαμβάνεται την αδυναμία Μητσοτάκη να κάνει κάτι παραπάνω από αυτό που θα ήθελε, δεν κρύβει τις επιθετικές της διαθέσεις με κάθε ευκαιρία, NAVTEX, μειονότητα, απειλές. Αυτό καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την αποστολή του Μητσοτάκη, που θα πρέπει να ευχαριστήσει πολλούς ταυτόχρονα – τον απρόβλεπτο Τραμπ, το Ισραήλ, το Βερολίνο και το εσωτερικό ακροατήριο. Κατά πιθανότητα, αν πιστεύει, θα προσεύχεται να τελειώσει όσο πιο γρήγορα και ανώδυνα η σημερινή αγγαρεία.

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top