GuidePedia

0

Η Τουρκία ακολουθεί με ταχύτατους ρυθμούς τα βήματα του Πακιστάν, μίας χώρας με συχνές κρίσεις και ακόμα περισσότερα προβλήματα
Κατά την διάρκεια των τελευταίων μηνών ακούγονται στην Ελλάδα ιαχές πολεμοκαπηλείας, κραυγές πατριδοκαπηλείας, εκκλήσεις συναίνεσης, φωνές επίκλησης μίας κατά τα άλλα ανύπαρκτης ψυχραιμίας, με μία στρατιά αυτόκλητων αναλυτών (;) και δημοσιογράφων να βομβαρδίζει ανελέητα την κοινή γνώμη με ένα συνονθύλευμα αμφιβόλου αξιοπιστίας πληροφοριών, σχολίων και επισημάνσεων με μοναδικό θέμα την τουρκική προκλητικότητα.

Η πρώτη άμεση συνέπεια αυτού του συνονθυλεύματος της υποτιθέμενης έγκυρης ειδησεογραφίας που σε καθημερινή βάση προβάλλεται εξουθενωτικά από τα ΜΜΕ, εστιάζεται στην δημιουργία ενός κλίματος που κυριαρχείται από ψιθύρους, απίθανες προβλέψεις, φαντασιώσεις, εξωπραγματικές αναλύσεις πολιτικής φαντασίας, ακόμα και προφητείες (!), προκαλώντας ανησυχία, σύγχυση και δυστυχώς φοβίες στους πολίτες. Όμως σχεδόν κανείς δεν αντιμετωπίζει με κριτήρια κοινής λογικής και κριτικής σκέψης το τουρκικό πρόβλημα, ώστε να τοποθετήσει σε ορθολογικά πλαίσια τα κίνητρα που προκαλούν την τουρκική στάση αυτή την περίοδο, με συνεπακόλουθο τις επικοινωνιακής μορφής εντάσεις και να ιχνηλατήσει τις ενδεχόμενες προσεχείς κινήσεις, τις πιθανές επιλογές αντιδράσεων και τα συνεπακόλουθα οφέλη τους.

Πολλοί αναλογίζονται προγενέστερες περιόδους εντάσεων, όπως τα επεισόδια με το τουρκικό ερευνητικό σκάφος HORA όπου πρωταγωνιστεί συνθηματολογικά ο Ανδρέας Παπανδρέου (μετά το 1975 SISMIK 1) ή τα περισσότερο πρόσφατα των Ιμίων επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Σημίτη (1996), θεωρώντας πιθανή μία ανάλογη εμπλοκή που δεν θα ευνοήσει την Ελλάδα, εν όψει μάλιστα και της τουριστικής περιόδου. Παραβλέπουν όμως μία σημαντική και ίσως κυρίαρχη παράμετρο, που αφορά το γεγονός ότι η Τουρκία εκείνων των εποχών δεν ανταποκρίνεται στην Τουρκία του 2018.

Το Συριακό Πρόβλημα

Οι εντάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας αποκλιμακώνονται προσωρινά μετά την επίσκεψη των πρώην Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Rex Tillerson στην Άγκυρα τον Φεβρουάριο του 2018, με επίκεντρο το ζήτημα της αμέριστης αμερικανικής υποστήριξης προς την κουρδική πολιτοφυλακή του YPG στην Συρία, που θεωρείται όμως μία συμμορία τρομοκρατών από την τουρκική πολιτική ηγεσία. Οι αντιπαραθέσεις όμως κορυφώνονται μετά την τουρκική εισβολή στα συριακά εδάφη και την κατάληψη της περιφέρειας του Afrin με την αγαστή συμπαράσταση ομάδων ακραίων ισλαμιστών μαχητών, που προκαλούν την αμερικανική αντίδραση με επίκεντρο την υπονόμευση του αγώνα εναντίον του ισλαμικού κράτους, από την στιγμή που οι κουρδικές πολιτοφυλακές αποσύρονται για να υποστηρίξουν την εκκένωση του Afrin και να ενισχύσουν τις δυνάμεις που αντιμετωπίζουν τους Τούρκους εισβολείς.


Χάρτης της βόρειας Συρίας πρίν από την τελική κατάρρευση του ισλαμικού χαλιφάτου, με τα τέσσερα βασικά αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Στο πλευρό της συριακής κυβέρνησης τάσσονται η Ρωσσία και το Ιράν, στο πλευρό των επαναστατών χώρες της δύσης και η Τουρκία, στο πλευρό του ισλαμικού χαλιφάτου το Κατάρ και η Τουρκία, στο πλευρό των Κούρδων οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αν και τα τέσσερα στρατόπεδα περιορίζονται πλέον σε δύο, δηλαδή την συριακή κυβέρνηση και τους Κούρδους, καθώς οι θύλακες των επαναστατών στον βορρά δεν θα διασωθούν, οι σύμμαχοί τους ενδιαφέρονται πλέον για τον βαθμό επιρροής τους στο νέο καθεστώς που θα προκύψει για την περιοχή (The Guardian)

Το επόμενο βήμα που εστιάζεται στην τουρκική προέλαση προς την περιφέρεια Manbij, απαιτεί κατά την Άγκυρα την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή, αλλά παρά τις αλλεπάλληλες τουρκικές προειδοποιήσεις, ο Αμερικανός στρατιωτικός διοικητής στην περιοχή, στρατηγός Joseph Votel αρνείται να εκκενώσει την ελεγχόμενη με την συνδρομή των κουρδικών πολιτοφυλακών από τις δυνάμεις του ζώνη, προκαλώντας το πρώτο αδιέξοδο για την τουρκική πολιτική ηγεσία. Αναπόφευκτα η οποιαδήποτε εχθρική κίνηση κατά των αμερικανικών μονάδων, έστω και έμμεσα, φέρει την Τουρκία σε ανοικτή πλέον αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και συνεπακόλουθα με τους συμμάχους της στο NATO με απρόβλεπτες συνέπειες.

Η αποχώρηση του Tillerson από το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών περιπλέκει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, συρρικνώνοντας τις πιθανότητες επίλυσης της αμερικανοτουρκικής κρίσης, καθώς απομακρύνεται ο άνθρωπος που ενδεχομένως είχε την δυνατότητα να αποκλιμακώσει τις εντάσεις. Ο νέος Υπουργός Εξωτερικών και πρώην Γενικός Διευθυντής της CIA, Mike Pompeo, έχει εντελώς διαφορετική προσέγγιση στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και προκρίνει την τήρηση σκληρής γραμμής, θεωρώντας τις ήπιες κινήσεις ενδείξεις αδυναμίας.

Επιπλέον σε ανύποπτο χρόνο, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία τον Ιούλιο του 2016 και το απίστευτο κύμα των πολιτικών διώξεων που το ακολουθεί, δεν διστάζει να χαρακτηρίσει επίσημα το καθεστώς Erdoğan, ένα ολοκληρωτικό δικτατορικό ισλαμικό καθεστώς. Για την Άγκυρα η μετακίνησή του από την CIA στο Υπουργείο Εξωτερικών προσθέτει νέα προβλήματα, λόγω του ότι πρόκειται μάλλον να υποστηρίξει δυναμικά την απαίτηση του αμερικανικού Πενταγώνου για περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων με τις κουρδικές πολιτοφυλακές και πρόσθετη ενίσχυσή τους, ώστε να ελεγχθούν πλήρως οι ζώνες που αμφισβητούνται από τα υπολείμματα των ενόπλων ομάδων του ισλαμικού κράτους.
Η αμερικανική στρατιωτική κεντρική διοίκηση (U.S. Central Command-CENTCOM) που επιβλέπει τις συμμαχικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και στην Συρία κατά των ισλαμιστών, δεν επιθυμεί να διαρρήξει τις σχέσεις της με τους Κούρδους, τους οποίους θεωρεί πολύτιμους συμμάχους στον αγώνα κατά των ακραίων τρομοκρατών. Η περισσότερο από πιθανή σύμπλευση του Pompeo με τις θέσεις της CENTCOM, συνεπάγεται ενίσχυση του μισητού για την Άγκυρα κουρδικού YPG, προκαλώντας νέες εντάσεις και κλιμάκωση της κρίσης.

Το Σφάλμα στην Υπόθεση του Qatar

Το καθεστώς Erdoğan προκρίνει στην θερινή περίοδο του 2017, μία στάση στιβαρής υποστήριξης προς το εμιράτο του Qatar, τον άλλοτε συνεργάτη του στην χρηματοδότηση του ισλαμικού κράτους, χωρίς όμως να συνεκτιμήσει την συμπεριφορά των ΗΠΑ, αλλά το κυριώτερο την θέση της Σαουδικής Αραβίας και του συνασπισμού που έχει σχηματίσει με τα εμιράτα του κόλπου (UAE) και την Αίγυπτο με τις ευλογίες των Αμερικανών. Στον αποκλεισμό του Qatar, τον προηγούμενο Ιούνιο, η τουρκική ηγεσία αντιδρά σπασμωδικά υποστηρίζοντας αναφανδόν την Doha, παρά το γεγονός ότι το εμιράτο κατηγορείται και μάλιστα με σχεδόν αδιάσειστα στοιχεία ότι αποτελεί έναν από τους κύριους χρηματοδότες και υποστηρικτές της ισλαμικής τρομοκρατίας.


Ο νέος Υπουργός Εξωτερικών και πρώην Γενικός Διευθυντής της CIA, Mike Pompeo. H εντελώς διαφορετική προσέγγισή του στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με τον βραχύβιο προκάτοχό του και η τάση του να προκρίνει την τήρηση σκληρής γραμμής, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικά προβλήματα στην Άγκυρα (CIA Official Photo)

Η τύχη πάντως ευνοεί τους Τούρκους, καθώς ο τότε Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Rex Tillerson στην προσπάθειά του να κατασιγάσει τις εντάσεις και τα προβλήματα που ενδεχόμενα προβλέπει να προκληθούν στην νοτιοανατολική πτέρυγα του NATO, υποβαθμίζει την αντιπαράθεση με την Τουρκία για το ζήτημα του εμιράτου, παρά την αντίθετη θέση του προέδρου Trump, προωθώντας μία σειρά διαπραγματεύσεων και συναινετικών διαδικασιών για την επίλυση της κρίσης.
Ο νέος Υπουργός Εξωτερικών όμως ενδιαφέρεται περισσότερο για την ανάδειξη του συνασπισμού που έχει συμπήξει η Σαουδική Αραβία σε τοποτηρητή των Αμερικανών στην Μέση Ανατολή και μάλλον συμπλέει με τον Αμερικανό πρόεδρο στο θέμα της σκληρής στάσης έναντι της Τουρκίας.

Η αντιπαράθεση με την Αίγυπτο

Ο Mike Pompeo πάντως δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνον την πιθανότητα κλυδωνισμών στην νοτιοανατολική πτέρυγα του NATO, λόγω της επικίνδυνα προκλητικής τουρκικής τακτικής στο Αιγαίο και στην Κύπρο ή των αλλοπρόσαλλων κινήσεων του καθεστώτος Erdoğan έναντι των δυτικών συμμάχων, αλλά και τις επικίνδυνα τεταμένες σχέσεις Τουρκίας-Αιγύπτου. Η μάλλον απερίσκεπτη επιλογή του προέδρου Erdoğan να υποστηρίξει την παράταξη των σκληρών ισλαμιστών των Αδελφών Μουσουλμάνων και τον εκλεκτό τους, πρώην πρόεδρο Mohammed Morsi, οδηγεί μετά την ανατροπή του τελευταίου από τους στρατιωτικούς σε σοβαρή διπλωματική κρίση, που καταλήγει στην αμοιβαία ανάκληση των πρέσβεων των δύο χωρών και την υποβάθμιση των υπηρεσιών των πρεσβειών τους στην Άγκυρα και στο Κάϊρο σε επίπεδο επιτετραμμένων. Οι σχέσεις των δύο χωρών επιδεινώνονται μετά τον Ιούλιο του 2016, όταν ο αιγυπτιακός τύπος υποστηρίζει αναφανδόν την απόπειρα ανατροπής του προέδρου Erdoğan, με αποτέλεσμα μετά την αποτυχία του, κάθε κίνηση της Τουρκίας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό και επιφυλακτικότητα από την Αίγυπτο, που αναζητά σημεία στήριξης.


O νέος ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, Πρίγκηπας Mohammed bin Salman, σύμφωνα με τον οποίο η Τουρκία, το Ιράν και οι ακραίες ισλαμιστικές ομάδες, εντάσσονται σε έναν "Άξονα του Κακού" που απειλεί την Μέση Ανατολή και επιβάλλεται να αντιμετωπισθεί άμεσα πριν δημιουργήσει επιπλοκές και σοβαρές αναταραχές στην περιοχή (The Observer)

Η αναπόφευκτη σύσφιξη των σχέσεων της Αιγύπτου με το συνασπισμό που σχηματίζει η Σαουδική Αραβία, την εντάσσει σε μία συμμαχία, στην οποία κυριαρχεί η θέση που εκφράζεται από τον νέο της ηγέτη, Πρίγκηπα Mohammed bin Salman, κατά την οποία η Τουρκία, το Ιράν και οι ακραίες ισλαμιστικές ομάδες, εντάσσονται σε έναν "Άξονα του Κακού" που απειλεί την Μέση Ανατολή και επιβάλλεται να αντιμετωπισθεί άμεσα πριν δημιουργήσει επιπλοκές και σοβαρές αναταραχές στην περιοχή.
Η απροκάλυπτα εχθρική στάση του Σαουδάραβα πρίγκηπα, επικροτεί ουσιαστικά και την σκληρή γραμμή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έναντι των Τούρκων. Μάλιστα τον Δεκέμβριο του 2017, όταν ο πρόεδρος Erdoğan επικαλείται για ακόμα μία φορά οθωμανικά οράματα και μεγαλεία, ο Υπουργός Εξωτερικών των εμιράτων Abdullah bin Zayed al-Nahyέn, σπεύδει να καταγγείλει την κλοπή πολύτιμων αρχαίων αραβικών χειρογράφων από τον Οθωμανό στρατιωτικό διοικητή στην Μεδίνα το 1916, χαρακτηρίζοντας συλλήβδην τους Οθωμανούς ως άρπαγες, ληστές και εγκληματίες.

Το Πρόβλημα της Περσίας

Μετά τις διπλωματικές διευθετήσεις των Ευρωπαίων και των Αμερικανών στο ζήτημα του οικονομικού αποκλεισμού της Περσίας με αντάλλαγμα τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, η Άγκυρα προωθεί με ταχύτατους ρυθμούς την σύσφιξη των σχέσεών της με την Περσία, με την οποία ούτως ή άλλως διατηρεί επί σειράν ετών, παρά τις οικονομικές κυρώσεις των δυτικών της συμμάχων και τον αποκλεισμό, άριστη οικονομική συνεργασία. Μάλιστα η μετριοπαθής στάση του Rex Tillerson στο θέμα του Ιράν, παρά την εμμονή του προέδρου Trump στην επάνοδο της σκληρής πολιτικής γραμμής έναντι της Τεχεράνης και την επιβολή νέων εξοντωτικών κυρώσεων, ενθαρρύνει το καθεστώς Erdoğan να προχωρήσει σε σειρά νέων κινήσεων στρατηγικής συμμαχίας με τους Πέρσες για την επίλυση της μακροχρόνιας συριακής κρίσης με την συνδρομή της Ρωσσίας.


Το χρώμα του χρήματος. Σύμφωνα με την διδάκτορα πολιτικών επιστημών στο Πολυτεχνείο της Pomona, στο Los Angeles και πρώην πολιτική αρθρογράφο της Hurriyet Daily News και της Today's Zaman, Pinar Tremblay, αλλά και τις έρευνες του διωκόμενου πλέον άλλοτε αρθρογράφου της Turkey Pulse και της Milliyet, Kadri Gursel (αποφυλακίζεται τον Οκτώβριο του 2017), όπως και του επίσης διωκόμενου παλαίμαχου δημοσιογράφου της Turkey Pulse και της Today's Zaman, Yavuz Baydar (εγκαταλείπει την Τουρκία στα τέλη του 2015 για να αποφύγει την σύλληψη), στην περίοδο 2012-2015, οι παράνομες συναλλαγές και οι λαθραίες κινήσεις χρήματος με κεντρικό κόμβο την HALKBANK, υπερβαίνουν σε αξία τα $75 δισεκατομμύρια (Murad Sezer/Reuters)

Η σχεδόν αναπάντεχη μεταβολή στο αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών και η είσοδος του Pompeo, δημιουργούν σειρά νέων προβλημάτων, κυρίως λόγω του ότι ο νέος υπουργός θεωρεί πως η συμφωνία του 2015 με επίκεντρο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν είναι απλώς καταστροφική. Μάλιστα αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας και με την ιδιότητα τότε του Γενικού Διευθυντή της CIA, προειδοποιεί τους Ευρωπαίους ηγέτες πως για λόγους ασφαλείας οφείλουν να αποφύγουν την υποστήριξη των οποιοδήποτε επενδύσεων στην Περσία, παρά το γεγονός ότι το καθεστώς Erdoğan στην Τουρκία διαβεβαιώνει σε κάθε ευκαιρία πως το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης έχει αυστηρά ειρηνικό χαρακτήρα και δεν απειλεί κανέναν.
Η ανάληψη των καθηκόντων του Υπουργού Εξωτερικών από τον συγκεκριμμένο Αμερικανό αξιωματούχο περιπλέκει την ήδη ρευστή κατάσταση για την Άγκυρα, που ήδη αντιμετωπίζει και άλλες επιπλοκές λόγω των στενών δεσμών της με την Τεχεράνη. Ειδικότερα η πρόσφατη εισήγηση της εισαγγελικής αρχής της πολιτείας της Νέας Υόρκης για την επιβολή κάθειρξης 20 ετών στον σαρανταεπτάχρονο ιρανικής καταγωγής Τούρκο τραπεζίτη Mehmet Hakan Atilla, πρώην γενικό υποδιευθυντή της τουρκικής τράπεζας HALKBANK, εκτιμάται πως θα προκαλέσει νέα σειρά οικονομικής κυρίως υφής προβλημάτων στην Άγκυρα.
Ο τραπεζίτης έχει κατηγορηθεί πως από το 2010 έως το 2015, σε συνεργασία με τον επίσης ιρανικής καταγωγής Τούρκο έμπορο χρυσού Reza Zarrab και μέλη της οικογένειας Erdoğan, έχει αναλάβει την διεκπεραίωση όλων των ύποπτων συναλλαγών σε χρυσό και είδη διατροφής με την Τεχεράνη, παραβιάζοντας ωμά τις κυρώσεις των δυτικών συμμάχων της Τουρκίας, πλήττοντας τα νόμιμα έσοδα των συναλλαγών σε πετρέλαιο με αδιαφανείς συναλλακτικές διαδικασίες (ουσιαστικά λαθρεμπόριο), αλλά και τις συναλλαγές σε συνάλλαγμα και σε πολύτιμα μέταλλα. Ο Zarrab περιγράφει επί σειράν ημερών κατά την διάρκεια της δίκης, όλες τις ουσιαστικά παράνομες διαδικασίες και το δίκτυο του κυκλώματος των δωροδοκιών που λειτουργεί με τις ευλογίες του Τούρκου προέδρου, προσκομίζοντας και αποδεικτικά στοιχεία.
Αν και η τελική απόφαση του δικαστηρίου στις 11 Απριλίου, ίσως αποδειχθεί επιεικέστερη, το τελικό δεδικασμένο παρέχει το δικαίωμα στο αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών να προχωρήσει στην διαδικασία επιβολής αυστηρών χρηματοοικονομικών ποινών στην HALKBANK και άλλες τουρκικές τράπεζες που έχουν ήδη αποδεδειγμένη εμπλοκή στην υπόθεση, λόγω της χρηματοδότησης των παράνομων συναλλαγών.
Οι διεθνείς τραπεζικοί κύκλοι προειδοποιούν πως η HALKBANK και οι τουρκικές χρηματοοικονομικές αρχές οφείλουν να παραδεχθούν το σφάλμα τους και να διασφαλίσουν στο μέλλον τα κριτήρια κανονιστικής συμμόρφωσης (compliance) που απαιτεί το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ενδεχόμενη άρνηση συνεπάγεται μεγαλύτερες χρηματοοικονομικές κυρώσεις και τελικά την ένταξη των τουρκικών τραπεζών στην κατηγορία των ανεπιθύμητων οικονομικών φορέων, γεγονός που συνεπάγεται σχεδόν ανυπέρβλητες δυσχέρειες στις διεθνείς συναλλαγές τους. Επιπλέον υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να ενταχθούν σε καταλόγους υπόπτων προς διερεύνηση ανώτατοι Τούρκοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου Erdoğan. Αυτά τα ενδεχόμενα απομακρύνουν τους ξένους επενδυτές από την χώρα και επιδεινώνουν το κλίμα αποεπένδυσης, το οποίο πάντως έχει εκδηλωθεί από το 2015, όταν ο γιγαντιαίος χρηματοπιστωτικός όμιλος της CITIGROUP, τονίζει στην ετήσια ανάλυσή του για την Τουρκία πως θεωρεί επιβεβλημένη την σταδιακή αποχώρηση των ξένων επενδυτών από την χώρα, επικαλούμενος κυρίως τα προβλήματα της παιδείας και την έλλειψη αξιόπιστου και εκπαιδευμένου προσωπικού, που αυξάνει δραματικά το κόστος λειτουργίας της οποιασδήποτε επιχείρησης.


Αριστερά ο τραπεζίτης Mehmet Hakan Atilla, κομβικό πρόσωπο από το 2011 στην σκοτεινή υπόθεση της HALKBANK και δεξιά ο έμπορος χρυσού Reza Zarrab που με τις καταθέσεις του στις αμερικανικές αρχές αποκαλύπτει ένα τεράστιο δίκτυο λαθραίων συναλλαγών μεταξύ του Ιράν και της Τουρκίας (AP & Reuters)

Οικονομικές Δυσχέρειες και Κρίση

Ο υψηλός πληθωρισμός σε συνδυασμό με την απότομη έκρηξη του δανεισμού του τουρκικού χρηματοπιστωτικού συστήματος από την διεθνή αγορά χρήματος, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια την Τουρκία σε σοβαρώτατη κρίση κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2018. Από 7,78% το 2016, ο πληθωρισμός εκτινάσσεται στο 10,86% το 2017, εκμηδενίζοντας την οποιαδήποτε ανάπτυξη επικαλείται ο πρόεδρος Erdoğan στις προεκλογικές του εμφανίσεις. Ο διψήφιος πλέον πληθωρισμός που δεν αποκλιμακώνεται με ευχολόγια, σε συνάρτηση με την εμμονή του προέδρου να αρνείται τις φωνές της λογικής που επιμένουν στην αύξηση των επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας για αντιμετωπισθεί η επικίνδυνη κλιμάκωση, έχει άμεση επίπτωση σχεδόν σε όλες τις πτυχές της οικονομικής ζωής στην χώρα.
Αν και οι ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις επηρεάζουν συνήθως ανοδικά το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), ωστόσο το τουρκικό ΑΕΠ του 2017 διαμορφώνεται σε 841,2 δισεκατομμύρια δολλάρια (μη αποπληθωρισμένο), έναντι 863,4 δισεκατομμυρίων του 2016, μειωμένο κατά 2,57%. Ταυτόχρονα το έλλειμμα των τρεχουσών συναλλαγών του 2017 αυξάνεται κατά 38% έναντι του 2016, στα 77,1 δισεκατομμύρια δολλάρια, πιέζοντας ακόμα περισσότερο το οικονομικό περιβάλλον στην χώρα και σε συνδυασμό με την υποτίμηση της τουρκικής λίρας από τις αρχές του 2018 κατά 14% έναντι του Ευρώ και κατά 9% έναντι του Δολλαρίου, επιδεινώνει δραματικά την κατάσταση.


Η πορεία της τουρκικής λίρας σε σχέση με το ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα. Από το 2015 η αξία της υποδιπλασιάζεται, από τις 2,5 λίρες ανά ευρώ στις 5 λίρες, χωρίς όμως η μεγάλη της υποτίμηση να επηρεάσει θετικά τις εξαγωγές της προς την Ε.Ε., με συνέπεια την διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών με τον συγκεκριμμένο εταίρο (Eurosystem/ECB)

Η Τουρκία αποτελεί πλέον μία εξαίρεση στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, όπου περιορίζονται τα ελλείμματα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών και αυξάνονται τα συναλλαγματικά αποθέματα σε όλες σχεδόν τις αναπτυσσόμενες αγορές. Η συμπεριφορά αυτή προκαλεί μεγάλες ανησυχίες σε διεθνείς χρηματοοικονομικούς κύκλους, που επιτείνεται και από τις υποβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης, με αποτέλεσμα την άνοδο των επιτοκίων των δεκαετών τουρκικών ομολόγων σε επίπεδα σταθερά ανώτερα του 12%. Οι συνθήκες αυτές διακυβεύουν την πολιτική των παροχών, των επιδομάτων και των έκτακτων επιχορηγήσεων ενός μεγάλου μέρους του τουρκικού πληθυσμού από το καθεστώς Erdoğan, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά και την εκλογική του βάση.

Εάν αναλογισθεί κανείς πως από το 2015 η αξία της τουρκικής λίρας έχει υποδιπλασιασθεί έναντι του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος και του αμερικανικού δολλαρίου και συνεκτιμήσει το πρόβλημα των Ελλήνων δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, όπου η πτωτική διακύμανση του ευρώ δεν υπερβαίνει το 10% από τον Απρίλιο του 2017 έως τον Απρίλιο του 2018, αντιλαμβάνεται αμέσως τις δραματικές συνέπειες για τις οικονομικές δραστηριότητες στην τουρκική επικράτεια που αναγκαστικά πραγματοποιούνται σε ξένο συνάλλαγμα.
Από την άλλη πλευρά, η ανεξέλεγκτη έκρηξη του κατασκευαστικού κλάδου εξελίσσεται σε παράγοντα αποσταθεροποίησης και σε συνάρτηση με τις μεγάλες εισαγωγές ενέργειας, τις μαζικές εισαγωγές σε διάφορα είδη και την δραματικά αυξανόμενη εξάρτηση από τους διεθνείς δανειστές, δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα με απρόβλεπτες συνέπειες για την χώρα. Όμως, όπως επισημαίνεται σχεδόν από όλους τους οικονομικούς αναλυτές, τα πάντα εξαρτώνται από τον πρόεδρο Recep Tayyip Erdoğan, έναν άνθρωπό που χαρακτηρίζεται απρόβλεπτος, αναξιόπιστος και τελικά επικίνδυνος, με αποτέλεσμα να λογίζεται ως η μεγαλύτερη παράμετρος ασύμμετρων κινδύνων και η καταστροφικότερη απειλή για τους επενδυτές.


Η πορεία της τουρκικής λίρας σε σχέση με το αμερικανικό δολλάριο. Παρατηρείται και στην περίπτωση αυτή υποδιπλασιασμός της αξίας της με αφετηρία το 2015, από τις 2 λίρες ανά δολλάριο, στις 4 λίρες (Bloomberg)

Ένα Πακιστάν στην Ανατολική Μεσόγειο

Το χειρότερο πάντως στοιχείο απορρέει από το γεγονός ότι η Τουρκία ακολουθεί με ταχύτατους ρυθμούς τα βήματα του Πακιστάν, μίας χώρας με συχνές κρίσεις και ακόμα περισσότερα προβλήματα, όπου η στρατιωτική ηγεσία προωθεί το όραμα ενός αυστηρού πολιτικού Ισλάμ, εντελώς εχθρικού προς τις ΗΠΑ και τα ευρύτερα δυτικά συμφέροντα. Βέβαια η Τουρκία δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε Πακιστάν, καθώς η μετατόπισή της προς αυτή την κατεύθυνση συναντά τις αντιδράσεις μεγάλης μερίδας του πληθυσμού που επιθυμεί την προσέγγιση με την Ευρώπη και την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε. Επιπρόσθετα η οικονομία της χώρας παραμένει προς το παρόν ισχυρότερη σε σύγκριση με την χρόνια κλυδωνιζόμενη οικονομική κατάσταση του Πακιστάν, με το τραπεζικό της σύστημα να διατηρεί αισθητά μεγαλύτερο βαθμό αξιοπιστίας.

Επιπλέον και σε αντίθεση με το Πακιστάν, η ισλαμοποίησή της δεν προωθείται από την στρατιωτική της ηγεσία, αλλά από έναν εκλεγμένο πρόεδρο. Μάλιστα έως την περίοδο των σαρωτικών μεταρρυθμίσεων του Recep Tayyip Erdoğan, ο τουρκικός στρατός αποτελεί ιστορικά μία δύναμη που υπονομεύει τους εκάστοτε εκλεγμένους πολιτικούς ηγέτες, ακόμα και μέσω πραξικοπημάτων με πρόσχημα την προστασία και την διαφύλαξη της κοσμικής παράδοσης του ιδρυτή της νέας Τουρκίας Kemal Ataturk.

Το δυστύχημα στην περίπτωση των Τούρκων εστιάζεται στο γεγονός ότι ο Erdoğan ακολουθεί πιστά το πακιστανικό πρότυπο, με αναμφίβολα επικίνδυνες συνέπειες για την χώρα. Ο πρώην πρέσβυς του Πακιστάν στην Washington, Husain Haqqani, συγγραφέας ενός εξαιρετικού έργου με θέμα την ιστορική διαδρομή του στρατιωτικού κατεστημένου της χώρας του προς τον εναγκαλισμό και την υιοθέτηση του ισλαμικού φονταμενταλισμού, θεωρεί πως ο Τούρκος πρόεδρος αντιγράφει πιστά την τακτική του δικτάτορα του Πακιστάν, στρατηγού Zia ul-Haq, της περιόδου 1978-1988. Όπως ο Πακιστανός στρατηγός, ο Erdoğan, προωθεί βήμα προς βήμα νομοθετικές και κοινωνικές ρυθμίσεις που ενισχύουν την ισλαμοποίηση της χώρας και μάλιστα τον Ιανουάριο του 2018, προκρίνει ένα νέο σχέδιο χρηματοδοτήσεων και επιδοτήσεων των ισλαμικών σχολείων, παρεμβαίνοντας με αναπόφευκτες δραματικές συνέπειες για την παιδεία στην χώρα.

Σύμφωνα με τον Haqqani που αξιολογεί προσεκτικά τις κινήσεις του Τούρκου προέδρου, ο Erdoğan αντιγράφει το πακιστανικό πρότυπο της σύζευξης του ακραίου εθνικισμού με τον ριζοσπαστικό θρησκευτικό ζήλο των φανατικών μουσουλμάνων. Μετά το 1978 ο Zia ul-Haq σταδιακά επιβάλλει με διατάγματα τον ισλαμικό νόμο, τροποποιεί το σύνταγμα, περιθωριοποιεί τα κοσμικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και τις αντιτιθέμενες στις κινήσεις του προσωπικότητες, δημιουργώντας παράλληλα ινστιτούτα για την προώθηση της ισλαμοποίησης που επιβιώνουν και μετά τον θάνατό του το 1988. Ο Τούρκος πρόεδρος επιχειρεί να επαναλάβει τον σχεδιασμό του, αν και συμπεριφέρεται εντελώς μυωπικά, καθώς όχι μόνον οι δυτικοί, αλλά ακόμα και οι νέοι Ρώσσοι σύμμαχοί του το τελευταίο που επιθυμούν είναι μία τοξική πακιστανική παραλλαγή στην ανατολική Μεσόγειο.

Ο Erdoğan προσπαθεί να ακολουθήσει την προσέγγιση των Πακιστανών στον πόλεμο των Αμερικανών και των συμμάχων τους στο Αφγανιστάν, όπου οι μυστικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες πληροφοριών του Πακιστάν, ανέχονται και συχνά ενθαρρύνουν το Δίκτυο Haqqani των ακραίων ισλαμιστών (καμμία σχέση με τον συνώνυμο πρώην πρέσβυ της χώρας), με στόχο την δημιουργία γραμμών επικοινωνίας και ανεφοδιασμού των Αφγανών Ταλιμπάν και άλλων τρομοκρατικών ομάδων που πλήττουν τις αμερικανικές δυνάμεις και την νέα αφγανική κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά όμως οι Πακιστανοί παραμένουν σύμμαχοι των Αμερικανών, υποστηρίζοντας μετά το 2001 τις επιχειρήσεις τους εναντίον της al Qaeda, αν και ο ηγέτης της Osama bin Laden εντοπίζεται τελικά στο Abbottabad, μία από τις ισχυρά φρουρούμενες πακιστανικές πόλεις, λόγω της ύπαρξης της εξαιρετικής στρατιωτικής ακαδημίας της χώρας.

Κατά τρόπο ανάλογο η Τουρκία ακολουθεί την ίδια τακτική, καθώς στην πρώτη περίοδο που ακολουθεί την έκρηξη του πολέμου στην Συρία το 2011, ανέχεται ή και ενθαρρύνει την διέλευση μαχητών από τα νότια σύνορά της, που κατευθύνονται προς την πρωτεύουσα του βραχύβιου ισλαμικού χαλιφάτου στην Raqqa. Παράλληλα οι μυστικές της υπηρεσίες επιβλέπουν τις αποστολές οπλισμού στους ισλαμιστές της Συρίας και ακόμα και στις ημέρες μας η χώρα παραμένει ένα φιλικό καταφύγιο για την Hamas, την ακραία ισλαμιστική οργάνωση που ελέγχει την λωρίδα της Γάζας από το 2007. Πρόσφατα και μάλλον προκλητικά, στην σύνοδο της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force), που παρακολουθεί και αντιμετωπίζει σε διεθνές επίπεδο τις λαθραίες και παράνομες διακινήσεις χρήματος, η Τουρκία σπεύδει να ακυρώσει την κίνηση των Αμερικανών να επιβάλλουν καθεστώς στενής παρακολούθησης των πακιστανικών τραπεζών με στόχο τις χρηματοδοτήσεις της τρομοκρατίας.

Αναμφίβολα η Τουρκία δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει την μετατροπή της σε ένα Πακιστάν της Μεσογείου, αλλά όπως επισημαίνουν έμπειροι διπλωμάτες, με προεξέχοντα τον πρώην Αμερικανό πρέσβυ στην Άγκυρα Eric Edelman, ακολουθεί πιστά μία τροχιά προς την συγκεκριμμένη κατεύθυνση, απογοητεύοντας τους συμμάχους της. Προς το παρόν τα ευρύτερα συμφέροντα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ επιτάσσουν μία στάση αναμονής, αλλά η επαμφοτερίζουσα πολιτική και η λυκοφιλία με την δύση που προωθεί ο Τούρκος πρόεδρος επικαλούμενος στο εκλογικό του σώμα την ανάδειξη της χώρας του σε περιφερειακή υπερδύναμη στην περιοχή, εξαντλεί την υπομονή των συμμάχων του και την βραχυπρόθεσμη ανοχή τους. Αναπόφευκτα θα αντιμετωπίσει την επιβολή συγκεκριμμένων ορίων στην συμπεριφορά του, με κίνδυνο εάν τα καταπατήσει να διαρρήξει τις σχέσεις του μαζί τους, γεγονός που νομοτελειακά θα επιταχύνει την πορεία την χώρας προς την άβυσσο μίας νέας κρίσης.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην Διεθνή Διάσκεψη Επενδυτικών Προοπτικών του REUTERS στα μέσα Νοεμβρίου του 2017, διατυπώνεται η άποψη ότι η Τουρκία αντιπροσωπεύει ένα ατύχημα που πρόκειται να συμβεί σύντομα και η μόνη διέξοδος για τα εμπλεκόμενα στην χώρα διεθνή επενδυτικά σχήματα έγκειται στην σχεδίαση των αναγκαίων διαδικασιών περιορισμού ή και εκμηδενισμού των αναμενόμενων απωλειών τους.


Η πορεία των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Τουρκία μετά την κρίση του 2008. Από τα $16,8 δισεκατομμύρια του 2015, υποχωρούν στα $12,3 δισεκατομμύρια το 2016 σημειώνοντας σοβαρή κάμψη κατά 27%, ενώ κατά το 2017 ανέρχονται σε $10,8 δισεκατομμύρια με περαιτέρω πτώση κατά 18,8% έναντι του 2016 (Trading Economics-Investment Support and Promotion Agency)

Η Μεγάλη Εικόνα

Αν και στην Ελλάδα κυριολεκτικά διϋλίζονται καθημερινά οι λεπτομέρειες της τουρκικής προκλητικότητας και μάλιστα στα όρια του παραλόγου, με συνέπεια να προβληματίζουν μάλλον αδικαιολόγητα την κοινή γνώμη, η μεγάλη εικόνα παρουσιάζει μία εντελώς διαφορετική κατάσταση. Οι διπλωματικές αστοχίες του Τούρκου προέδρου, η μυωπική του συμπεριφορά έναντι του συνασπισμού που ηγείται η Σαουδική Αραβία, η αδυναμία να εξισορροπηθούν οι σχέσεις με το Ιράν σε επίπεδα ανεκτά από τους δυτικούς του συμμάχους, οι ποικίλες προκλήσεις όχι μόνον στο Αιγαίο και στην Κύπρο και κυρίως η διαφαινόμενη είσοδος της τουρκικής οικονομίας σε φάση περιδίνησης, συνθέτουν ένα πλαίσιο ζοφερών συνθηκών, το οποίο όμως δεν φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα την τουρκική ηγεσία.
Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2018, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, η χώρα θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα των κατά τους σκακιστές forcé κινήσεων, δηλαδή καταναγκαστικών κινήσεων, χωρίς δυνατότητα επιλογών, με μοναδικό κριτήριο την παράταση του χρόνου έως το προδιαγραφόμενο μοιραίο ατύχημα. Αυτή η απειλή εξωθεί το καθεστώς Erdoğan σε πρόωρες εκλογές για την εκλογή προέδρου στις 24 Ιουνίου, με την ελπίδα μίας άνετης νίκης που ενδεχόμενως θα επιτρέψει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων κατά κύριο λόγο στον οικονομικό τομέα, χωρίς πλέον την πίεση του πολιτικού κόστους λόγω της προεκλογικής περιόδου. Από την άλλη πλευρά, όπως είναι ευνόητο, η στάση της Τουρκίας στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Συρία εντάσσεται σε μία επικοινωνιακή προεκλογική εκστρατεία με μοναδικό αντικειμενικό σκοπό την επανεκλογή του Recep Tayyip Erdoğan, χωρίς άλλο ουσιαστικό περιεχόμενο. Κατά συνέπεια προκύπτει σχεδόν αβασάνιστα το ερώτημα για τούς λόγους και τα κριτήρια που την αναδεικνύουν σε τόσο σημαντική για τα ελληνικά ΜΜΕ ώστε να αποτελεί καθημερινό αντικείμενο ειδησεογραφικών "υπερπαραγωγών".

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top