GuidePedia

0

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου*

Απερίγραπτη κακοφωνία και πολυλογία, διαρκείς αντιθέσεις, εμβαλωματικές λύσεις που καθιστούν δυσκολότερη την αντιμετώπιση των θεμελιωδών προβλημάτων της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ. Το επισημαίνει όλο και πιο έντονα το «κόμμα των συνταξιούχων», με τον ''πατριάρχη'' της γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας Χέλμουτ Κολ.

Τον Κόλ, που λέει ότι η Γερμανία δεν ξέρει τι θέλει και που πάει, έως και τον Ντομινίκ Στρος-Καν, εκ των αρχιτεκτόνων πέρυσι του σχεδίου σκληρότατης λιτότητας στην Ελλάδα για τη σωτηρία της, που υποστηρίζει σήμερα ότι πρέπει να διαγραφούν τα ελληνικά χρέη. Ντελόρ, Σμιτ, Σοάρες, Ζοσπέν, όλοι οι βετεράνοι σχεδόν έχουν βγει στα κάγκελλα και φωνάζουν στους διαδόχους τους «τι είναι αυτά που κάνετε». Ο πολιτικός τους λόγος όμως μένει χωρίς συνέπειες, όχι μόνο γιατί δεν υπάρχουν πολιτικές προσωπικότητες να αμφισβητήσουν την ορθοδοξία, αλλά και γιατί είναι, αυτός που είναι, ο βαθμός άμεσης εξάρτησης της τρέχουσας πολιτικής ελίτ από το χρήμα. Μόνο όταν σταματήσει αυτή η εξάρτηση, όταν δηλαδή συνταξιοδοτηθούν οι πολιτικοί, λένε ορισμένα από τα πράγματα που σκέφτονται, είναι όμως πια αργά.



Μέσα σε αυτή την απερίγραπτη σύγχυση, που εξασφαλίζει νέες και μεγαλύτερες κρίσεις, υπάρχουν ορισμένοι που όχι μόνο ξέρουν καλά τι θέλουν, αλλά και επιχαίρουν για την πορεία των πραγμάτων. «Πίσω από το ευρώ κρύβεται το ανιστόρητο όνειρο μιας ευρωπαϊκής υπερδύναμης…Το ευρωπαϊκό «υπερ-έθνος» είναι νεκρό, παρόλο που δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για το κοινό νόμισμα». Τάδε έφη η Wall Street Journal, κύριος εκφραστής της πιο ακραίας τάσης του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, αλλά και του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος των ΗΠΑ, οπαδός της ακραίας νεοφιλελεύθερης-νεοσυντηρητικής ορθοδοξίας. Που δεν αντιστέκεται στον πειρασμό να αποκαλύψει το υποβόσκον αντιευρωπαϊκό μένος της προκειμένου να γιορτάσει, ίσως κάπως πρόωρα, τον θρίαμβο των δυνάμεων που εκπροσωπεί επί της Ευρώπης. Δυνάμεις που προφανώς πολύ θα ήθελαν να θάψουν για πάντα οποιαδήποτε ιδέα ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης και να δουν τα 27 σημερινά μέλη της ΕΕ, είτε απολύτως εγκλωβισμένα σε μια “φυλακή των αγορών”, είτε απομονωμένα και αλληλοανταγωνιζόμενα. Το «τέλος της Ευρώπης» συναγωνίζεται τώρα τη «χρεωκοπία της Ελλάδας», ως θέμα του συνεχιζόμενου «ψυχοδράματος» των διεθνών ΜΜΕ.

Αλλά οι φιλοδοξίες της Wall Street Journal δεν περιορίζονται στο θέμα της Ευρώπης, επεκτείνονται σε όλο τον δυτικό κόσμο. Αν ορισμένοι υπερπλούσιοι, σε ΗΠΑ και Ευρώπη, όπως ο Γουώρεν Μπάφετ, ανήσυχοι ίσως για εξελίξεις που μπορεί μακροχρόνια να τους απειλήσουν ως τάξη, ζητούν να φορολογούνται περισσότερο, για το όργανο της Wall Street και των τραπεζών, οι επερχόμενες κρίσεις και καταστροφές, όχι μόνο δεν συνιστούν πρόβλημα, αλλά αντίθετα, αποτελούν μια ιστορική ευκαιρία. Πιστό στο πνεύμα των “λενινιστών της αγοράς”, που τόσο εύστοχα συμβόλισε ο Μίλτον Φρήντμαν και τόσο εύγλωττα αποτυπώνει στο βιβλίο της «Το δόγμα του Σοκ» η Ναόμι Κλάιν, η Wall Street Journal προχωράει ένα βήμα παραπέρα, επιχαίροντας για τα σοκ και τις καταστροφές που θα έρθουν. Γιατί, όπως γράφει, μόνο μετά από μια σειρά κρίσεων και ξεσπασμάτων πανικού, θα μπορέσει ο πολιτικός κόσμος να ασχοληθεί σοβαρά με το κοινωνικό κράτος που έχει καταστεί μη βιώσιμο με τη σημερινή του μορφή...

Αν για τη Wall Street Journal, η κρίση είναι μεγάλη ευκαιρία για την κατεδάφιση του ευρωπαϊκού και αμερικανικού κοινωνικού κράτους, για τον βρετανικό Economist, είναι επίσης μια ιστορική ευκαιρία για να πληγεί διεθνώς το κράτος, το δημόσιο, οι δημόσιοι υπάλληλοι και το συνδικαλιστικό τους κίνημα – και στην «ανάγκη» αυτή αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος του. Ακόμα πιο άμεσες, οι μεγάλες διεθνείς υπερτράπεζες, που κρύβονται πίσω από τον ευφημισμό του όρου “αγορές”, οργανώνουν κερδοσκοπικές επιθέσεις, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι θα ικανοποιηθούν στο ακέραιο, ή τουλάχιστο στο μεγαλύτερο μέρος τους οι αξιώσεις τους από τα κράτη. «Πώς να σώσουμε τις ευρωπαϊκές τράπεζες», τιτλοφορεί η γαλλική Monde στην πρώτη της σελίδα, που εξηγεί τις επιθέσεις ως εξής: «οι χρηματιστικές αγορές επιχειρούν να σπρώξουν στα άκρα τα κράτη της ευρωζώνης, για να δώσουν επιτέλους μια αξιόπιστη λύση στην κρίση του κρατικού χρέους». Για τη Φιγκαρό, ίσως πρέπει να πάμε από την ιδέα της σωτηρίας των κρατών στην ιδέα της σωτηρίας των τραπεζών.

Δεν είναι μόνο η πίστη στο αντικρατικό, αντεργατικό, αντικοινωνικό credo του νεοφιλελευθερισμού που εξηγεί την αντεπίθεση της «Αυτοκρατορίας του Χρήματος». Οι υπερτράπεζες ξέρουν πόσο τρωτές έχουν γίνει οι ίδιες, ακριβώς ως αποτέλεσμα της επιτυχίας τους! Κατάφεραν να πετύχουν θεμελιώδεις απορρυθμίσεις την τελευταία δεκαετία, όπως την κατάργηση του διαχωρισμού επενδυτικών και αποταμιευτικών τραπεζών και την πλήρη απελευθέρωση της απολύτως αδιαφανούς αγοράς των παραγώγων. Μπόρεσαν έτσι να δημιουργήσουν την κολοσσιαία παγκόσμια φούσκα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, από την οποία άντλησαν τα τεράστια υπερκέρδη τους, υφαρπάζοντας ουσιαστικά από τα κράτη μέρος του εκδοτικού προνομίου χρήματος και στο κέντρο της τη φούσκα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των παραγώγων προϊόντων. Τώρα η φούσκα σκάει και αν δεν σκάσει εις βάρος των κρατών και των κοινωνιών, θα σκάσει εις βάρος τους και θα απειλήσει την ίδια την ύπαρξή τους. Τον 2008 σέρνονταν στα πόδια κρατών και κρατικών τραπεζών για να σωθούν. Τώρα, αφού σώθηκαν, απειλούν να κατασπαράξουν αυτούς που τους έσωσαν. Το 2009 και το 2010 οι εκπρόσωποί τους πήγαιναν σαν «βρεγμένες γάτες» στο ετήσιο Φόρουμ του Νταβός.Το 2011 κύτταζαν αφ’ υψηλού τους πολιτικούς. Θέλουν να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα ταυτόχρονα ως πειραματόζωο, ως αποδιοπομπαίο τράγο και ως «σφάγιο» προς επίδειξη.

Η δράση φέρνει βέβαια και αντίδραση. Κυρίως από τις πιο παραγωγικές δυνάμεις του κεφαλαίου, που δεν είναι διατεθειμένες να ακολουθήσουν τον ριζοσπαστισμό της «σχολής του Σικάγου», δεν επιθυμούν να εξοντώσουν οικονομικά τους αγοραστές των προϊόντων τους και δεν θέλουν να μπουν στην περιπέτεια των απερίγραπτων κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών που, αναπόφευκτα εγκυμονεί η επίθεση του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Αν θέλετε να έχουμε εμφυλίους πολέμους στην καρδιά της Ευρώπης, τότε διώξτε την Ελλάδα από το ευρώ, «κραύγασε» προ ημερών ο πρόεδρος της επιτροπής κεφαλαιαγοράς της Γαλλίας. Πριν από μερικούς μήνες, όλοι οι σημαντικοί οικονομολόγοι επέμεναν στην ανάγκη και πρωταρχική προτεραιότητα της καταπολέμησης της κρίσης χρέους. Σήμερα, φιλελεύθεροι και νεοκεϋνσιανοί συμφωνούν στην προτεραιότητα τόνωσης της ζήτησης, έστω και αν αυτή η συμφωνία δεν οδηγεί μέχρι τώρα σε αλλαγή πολιτικής. Βεβαίως όμως, όπως κανείς δεν τετραγώνισε τον κύκλο, έτσι και κανείς δεν μπόρεσε να πατάει ταυτόχρονα γκάζι και φρένο. Οι κρατικές και κοινωνικές δαπάνες παραμένουν το κυριότερο αντικυκλικό και αναπτυξιακό μέτρο, τα ευρωπαϊκά κράτη και η ΕΕ επιμένουν όμως στην περικοπή τους, αδιαφορώντας για την παγκόσμια ύφεση που ήδη προκαλείται, επιβραδύνοντας ακόμα και τους δύο παγκόσμιους «πρωταθλητές», Γερμανία και Κίνα.

Οι ΗΠΑ δια του Τιμ Γκάιτνερ, ζητούν από τους Ευρωπαίους να ανοίξουν το πουγγί τους, χρηματοδοτώντας την ανάπτυξη. Η Γερμανία όμως δεν προτίθεται να διακινδυνεύσει τα πλεονάσματά της – ο κεϋνσιανισμός, αντίθετα με ότι πιστεύουν πολλοί οπαδοί του στις ΗΠΑ, προϋποθέτει και κάποια μορφή προστατευτισμού, αλλοιώς κινδυνεύει να δει κανείς τη ζήτηση που προσφέρει στην οικονομία του να μεταναστεύει, όπως και η παραγωγή. ‘Οσο για τη Γαλλία, πολύ θά ήθελε νάναι κεϋνσιανή, τρέμει όμως για τις τράπεζές της και φοβάται το κόστος δανεισμού, που θα χρειαζόταν για χρηματοδότηση της ανάπτυξης.

Ο Κρούγκμαν ζητάει επείγουσα αλλαγή προσανατολισμού οικονομικής πολιτικής με πλήρη αντιστροφή της λιτότητας από τις στήλες των Νιου Γιορκ Τάιμς, που, σε μια ανάλυσή τους για τη συμφωνία της 21 Ιουλίου υπογραμμίζουν ότι είναι πολύ καλύτερη για τις τράπεζες από ότι για την Ελλάδα. Και γιατί, υποστηρίζουν, το κούρεμα είναι μηδαμινό, αλλά και κυρίως, γιατί το ελληνικό χρέος θα υπόκειται πλέον στο αγγλικό ή αμερικανικό δίκαιο, αφαιρώντας από την Ελλάδα το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της χαρτί.

Πάντως, από την ανάλυση του ξένου τύπου εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η Αθήνα διαθέτει μια τρομερή ικανότητα ενόχλησης της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και της γεωπολιτικής. Οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης στάσης πληρωμών θα ήταν τόσο σημαντικές, για να μη μιλήσουμε για έξοδο από το ευρώ θα ήταν παγκόσμιες και απολύτως δυσβάστακτες. Αυτό, θεωρητικά, δίνει τεράστιο περιθώριο στην Αθήνα να ζητήσει διορθώσεις, εφ’ όσον όμως απειλήσει αξιόπιστα. Αν δεν το πράξει, αναλαμβάνοντας βεβαίως και τα ρίσκα που αυτό συνεπάγεται, η τόσο θεωρητικά πλεονεκτική θέση της μετατρέπεται σε αφόρητα μειονεκτική.

ΠΗΓΗ

Δημοσίευση σχολίου

 
Top