GuidePedia

0

Τη διακοπή της διαδικασίας εξοπλισμού των ταξιαρχιών μάχης (BCT: Brigade Combat Team), του βασικού σχηματισμού ελιγμού, με ασύρματα δικτυακά επικοινωνιακά συστήματα αποφάσισε ο Στρατός των ΗΠΑ. Η απόφαση λήφθηκε καθώς τα συγκεκριμένα συστήματα που σταδιακά εισάγονται σε υπηρεσία αποδείχθηκαν πολύ «εσωτερικής» σχεδιαστικής φιλοσοφίας και εξαιρετικά απαιτητικά στη λειτουργία και συντήρηση τους από το προσωπικό στον χώρο μάχης.
Με τη συνεργασία του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (IAAA–ISDA)
Η αποκάλυψη της διακοπής περιλαμβάνεται σε άρθρο της Sandra I. Erwin, που δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική ενημερωτική έκδοση της εθνικής ένωσης αμυντικής βιομηχανίας των ΗΠΑ (National Defense Industry Association – NDIA Insider).
Το άρθρο της Erwin, που η απόδοσή του στα ελληνικά περιλαμβάνεται στο πρώτο μέρος αυτού του ενημερωτικού σημειώματος είναι πολύ σημαντικό για δύο λόγους: πρώτον γιατί παρουσιάζει την κατά πως φαίνεται «αχίλλειο πτέρνα» τεχνολογιών αιχμής οι οποίες επρόκειτο να αλλάξουν δραματικά τις στρατιωτικές επικοινωνίες στον χώρο μάχης αλλά και την αντίδραση –προοπτική της βιομηχανίας, και δεύτερον γιατί μπορεί να αποτελέσει πηγή προβληματισμού για το μέλλον των επικοινωνιών του Ελληνικού Στρατού και των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων γενικότερα.
Σημειώνεται, ότι στη βάση μίας διαδικασίας που άρχισε το 2011 ο Στρατός των ΗΠΑ έχει ήδη εξοπλίσει τρεις ταξιαρχίες μάχης με νέας τεχνολογίας δικτυακά επικοινωνιακά συστήματα που περιλαμβάνουν αισθητήρες, λογισμικό και σταθμούς ασυρμάτου. Εξάλλου, η δημιουργία ενός ασύρματου δικτυακού επικοινωνιακού συστήματος που μπορεί να λειτουργεί συνεχώς εν κινήσει, του οποίου η εμβέλεια να καλύπτει μεγάλες αποστάσεις και να επιτρέπει ταυτόχρονα φωνητικές επικοινωνίες αλλά και ταχεία ανταλλαγή μεγάλου όγκου δεδομένων (συμπεριλαμβανομένων κειμένων και μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας – email) αποτελεί εδώ και χρόνια μία απο τις υψηλότερες προτεραιότητες του Στρατού των ΗΠΑ.
Μάλιστα για αυτό τον σκοπό έχουν ήδη δαπανηθεί σε ετήσια βάση 3 δις δολάρια ΗΠΑ (2,19 δις ευρώ), ενώ το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 800 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ (584 εκατ. ευρώ) έχει δαπανηθεί σε πέντε μεγάλου εύρους πειραματικές δοκιμές πεδίου (NIE: Network Integration Evaluation: αξιολόγηση ολοκλήρωσης δικτύου, συνολικά μέχρι σήμερα έχουν διεξαχθεί έξι) που έλαβαν χώρα στο Fort Bliss του Τέξας ώστε να αξιολογήσουν συνολικά τις επιδόσεις και τα χαρακτηριστικά των νέων συστημάτων δικτυακών επικοινωνιών.
Όμως, τα δύο τελευταία χρόνια, τόσο οι δοκιμές πεδίου στο Fort Bliss όσο και η επιχειρησιακή ανάπτυξη των νέων δικτυακών συστημάτων (το σύνολο του εξοπλισμού τους –περιλαμβανομένων μηχανών [hardware] και λογισμικού [software] έχουν τυποποιηθεί από τον Στρατό των ΗΠΑ ως CS13 – Capability Set 13 [συλλογή δυνατότητας]) από τις 3η και 4η Ταξιαρχίες Μάχης (BCT: Brigade Combat Team) της 10ης Ορεινής Μεραρχίας (10th Mountain Division) στο Αφγανιστάν, αποκάλυψαν σειρά αδυναμιών αλλά και του πρόσθετου, σημαντικού βάρους που δημιουργούν στους διοικητές οι τομείς υποστήριξης και συντήρησής τους στο πεδίο.

Μία ακόμη ταξιαρχία μάχης, η 3η της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας (101st Airborne Division) έχει ήδη εξοπλιστεί με το νέο δικτυακό επικοινωνιακό σύστημα. Μάλιστα προκειμένου να γίνει ομαλότερη η διαδικασία ένταξης σε υπηρεσία, ο Στρατός των ΗΠΑ, με βάση την αποκτηθείσα εμπειρία, υιοθέτησε την πρακτική «εκπαίδευσε τον εκπαιδευτή» (train the trainer). Συγκεκριμένα, κατένειμε 125 άτομα, προσωπικό της 3ης Ταξιαρχίας Μάχης της 101ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας για εκπαίδευση στο νέο δικτυακό επικοινωνιακό σύστημα πριν την ολοκληρωτική εισαγωγή του στην ταξιαρχία. Ας σημειωθεί, ότι η ταξιαρχία θα συνεχίσει στην εκπαίδευση της με το CS13 για αρκετούς μήνες με αντικειμενικό σκοπό την απόκτηση ετοιμότητας για πιθανή επιχειρησιακή ανάπτυξη εντός του 2014.
Όμως κατά τη διάρκεια δοκιμών αξιολόγησης στο πεδίο που έλαβαν χώρα το περασμένο φθινόπωρο, οι διοικητές διαπίστωσαν με μεγάλη ανησυχία και προβληματισμό ότι απαιτούνταν εβδομάδες ώστε να σχεδιαστεί το δικτυακό επικοινωνιακό σύστημα της ταξιαρχίας (φυσικά προσαρμοσμένο στη σύνθεση, τις δυνατότητες και την αποστολή της) και η προετοιμασία του για επιχειρησιακή ανάπτυξη. Μάλιστα στο πεδίο αποδείχθηκε ότι η διαχείριση και η ασφάλεια του δικτύου παρά την παρουσία εξαιρετικά εξειδικευμένου και κατάλληλα εκπαιδευμένου στρατιωτικού προσωπικού αποτελεί απαιτητική και υψηλής δυσκολίας διαδικασία.
Μετά από μελέτη των δεδομένων, ο Στρατός των ΗΠΑ θεωρεί ότι τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν μπορούν να ξεπερασθούν με χαμηλού κόστους τροποποιήσεις στις μηχανές (hardware) και το λογισμικό (software) και οι οποίες πρόκειται να υλοποιηθούν την τριετία 2014-2016.

«Απλοποίηση είναι το νέο σύνθημα» κατά τον ταξίαρχο Daniel P Hughes επικεφαλής του Εκτελεστικού Γραφείου Προγράμματος για τακτικές επικοινωνίες, διοίκηση και έλεγχο (Program Executive Office Command, Control, Communications – Tactical: PEO C3T). Κατά τον ταξίαρχο Hughes, η διαδικασία απλοποίησης θα διορθώσει τα λάθη που έγιναν τα δύο προηγούμενα χρόνια και μπορεί να υλοποιηθεί με χαμηλό κόστος και την εισαγωγή καινοτομιών. «Δεν θέλω οι διοικητές να μάχονται το δίκτυο, αλλά το δίκτυο να υποστηρίζει τη μάχη» σημείωσε χαρακτηριστικά.
Το πιο κοινό παράπονο που δέχεται από τους χρήστες το PEO C3T είναι, ότι το νέο υλικό «δεν είναι διαισθητικό». Ως παράδειγμα ο ταξίαρχος Hughes ανέφερε τον single-channel rifleman radio (μοναδικού καναλιού [επικοινωνίας] σταθμό ασυρμάτου οπλίτη), που παρέχει συνδεσιμότητα και με «έξυπνα» κινητά τηλέφωνα (smartphones) και για το οποίον προβλέπεται εκπαίδευση διάρκειας πέντε ωρών για το προσωπικό που θα τον χρησιμοποιεί. «Μετά τα πρώτα 30 λεπτά, οι οπλίτες αρχίζουν τα «παρακαλώ σταματήστε, αφήστε μας να το χρησιμοποιήσουμε, αφήστε μας να προχωρήσουμε παρακάτω», ανέφερε ο ταξίαρχος Hughes. «Σε αυτό είναι συνηθισμένοι», συμπλήρωσε.
Γενική διαπίστωση είναι, ότι στο στρατιωτικό προσωπικό παραδίδεται εξοπλισμός που έχει σχεδιαστεί από μηχανικούς για μηχανικούς και όχι για τον μέσο χρήστη.
Άλλο ένα παράδειγμα που ανέφερε ο ταξίαρχος Hughes ήταν αυτό ενός οπλίτη ο οποίος κατά τη διάρκεια αξιολόγησης έπρεπε να διασυνδέσει δύο σταθμούς ασυρμάτου, διαδικασία που όμως προϋπέθετε ότι ήταν σε γνώση των παραμέτρων τους: «Ζητώ από έναν νεαρής ηλικίας οπλίτη, όχι αξιωματικό των Διαβιβάσεων, να αντιλαμβάνεται τις παραμέτρους των σταθμών ασυρμάτων και να γνωρίζει πως θα τα διασυνδέσει». Και συμπλήρωσε: «αν το κάνεις λάθος, δεν θα μπορείς να επικοινωνήσεις». Φυσικά, η προαναφερθείσα διαδικασία αυτοματοποιήθηκε και το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε. Όμως, σημείωσε ο ταξίαρχος Hughes, δεν το αντιμετωπίσαμε εξ αρχής [προτού εκδηλωθεί]. «Αυτοί που το είχαν αναπτύξει ήταν μηχανικοί και οι οποίοι ήξεραν πως να το αντιμετωπίσουν» συμπλήρωσε.

Και όλα συμβαίνουν παρά το γεγονός ότι το 2011 ο Στρατός των ΗΠΑ ζήτησε από τους κατασκευαστές να μεταβούν στο Fort Bliss και να βοηθήσουν στην κατασκευή ενός δικτυακού επικοινωνιακού συστήματος τεχνολογίας αιχμής στη φιλοσοφία του «plug and play» (σύνδεση και [άμεση] λειτουργία). Τόσο ο Στρατός των ΗΠΑ όσο και η βιομηχανία επιθυμούσαν τη φιλοσοφία «plug and play», όμως η όλη διαδικασία μεταλλάχθηκε σε ένα περισσότερο παραδοσιακό πρόγραμμα με χρήση τεχνολογιών σαφώς «λιγότερο φιλικών προς τον χρήστη».
Άλλη μία εστία ανησυχίας για τους διοικητές είναι ότι το νέο δικτυακό επικοινωνιακό σύστημα επιβραδύνει την επιχειρησιακή λειτουργία των μονάδων τους λόγω των πρόσθετων καθηκόντων που πρέπει να εκτελεστούν από το προσωπικό για τη λειτουργία του. «Απαιτείται μεγάλος όγκος «χειροκίνητης εισαγωγής» για να μετακινηθεί μία μονάδα από τη μία ταξιαρχία μάχης στην άλλη» σημείωσε ο Hughes. «Θέλουμε αυτό να γίνεται «στο φτερό» [πολύ γρήγορα και επιτυχημένα]», συμπλήρωσε.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αναφορές του ταξίαρχου Hughes για τα κέντρα επιχειρήσεων (TOC: Tactical Operations Center), τα «νευρικά κέντρα πληροφοριών» του Στρατού των ΗΠΑ. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί είναι εκπληκτικά καθυστερημένα σε ό,τι αφορά την ενσωμάτωση ασύρματων τεχνολογιών, οι δε προσπάθειες αναβάθμισης τους γενικά καθυστερούν, ενώ από πλευράς λογιστικής υποστήριξης αποτελούν αξιοσημείωτα μεγάλο βάρος. Επίσης, το μέγεθος των TOCs τα καθιστά επικίνδυνα για το προσωπικό τους. «Αν δέχεσαι πυρά πυροβολικού δεν θα ήθελες να κάθεσαι μέσα σε αυτά για μεγάλο χρονικό διάστημα», σημείωσε ο ταξίαρχος Hughes.
Κατά τον ίδιο «έχουμε παρά πολύ καλώδιο Ethernet [πρωτόκολλο τοπικής δικτύωσης υπολογιστών]». «Πως φθάνω σε μία υψηλών ταχυτήτων ασύρματη δυνατότητα που είναι κρυπτασφαλισμένη;», αναρωτήθηκε ο ταξίαρχος Hughes. Και απάντησε «κατασκευάζοντας σειρά υποδομών». Σε κάθε περίπτωση η εγκατάσταση κρυπτασφαλισμένης ασύρματης επικοινωνίας στα TOCs αποτελεί υψηλή και κρίσιμη προτεραιότητα.

Η απλοποίηση του δικτύου δεν αφορά μόνο τις μηχανές (hardware) αλλά και τη δομή διαχείρισης του. «Πως επιτυγχάνω ένα πιο επίπεδο δίκτυο έτσι ώστε να μην υπάρχουν τα firewall [τείχη προστασίας] και εμπόδια σε όλο το εύρος τους; Χρειαζόμαστε ένα εύκολα διαχειρίσιμο δίκτυο», σημείωσε.
Επίσης, ο Στρατός των ΗΠΑ ανησυχεί για το κόστος συντήρησης του δικτύου η οποία απαιτεί ακριβή τεχνική υποστήριξη. Η αρχική πρόθεση ήταν η εισαγωγή σε υπηρεσία ενός δικτύου που ο μέσος στρατιώτης θα μπορούσε να λειτουργεί και να συντηρεί. Αλλά αυτό δεν έγινε δυνατό. Πλέον, ο Στρατός των ΗΠΑ επιδιώκει να μειώσει το προσωπικό υποστήριξης κατά 75% μέχρι το 2020 και να το αντικαταστήσει με «εικονική βοήθεια» σημείωσε ο ταξίαρχος Hughes. «Δεν χρειάζεται να έχεις στρατιώτες που να είναι ειδικοί δικτύων. Τα συστήματα πρέπει να λειτουργούν. Θα πρέπει να ανοίγουν τον διακόπτη ρεύματος και να «πατάνε» σύνδεση», συμπλήρωσε.
Οι προσπάθειες εστιάζονται στην απλοποίηση του σταθμού ασυρμάτου οπλίτη [AN/PRC-154 Rifleman Radio] και του βασικού κορμού του επικοινωνιακού δικτύου WIN-T (War fighter Information Network-Tactical: πληροφορικό δίκτυο μαχητή-τακτικό). «Όταν ένας στρατιώτης πρέπει να διασυνδέσει δύο σταθμούς ασυρμάτου σε επιχειρησιακό δίκτυο, πρέπει να εξέλθει του οχήματος του, να χρησιμοποιήσει 14 διακόπτες βάση ορισμένης ακολουθίας ώστε να αρχίσει τη λειτουργία του το δορυφορικό δίκτυο, να επιστρέψει στο όχημα του και να καθορίσει τις παραμέτρους για τον κάθε σταθμό ασυρμάτου, στη συνέχεια να επιλέξει το δίκτυο στο οποίο επιθυμεί να αποκτήσει πρόσβαση και να περιμένει 12,5 λεπτά ώστε το σύστημα να αρχίσει να λειτουργεί», εξήγησε ο ταξίαρχος Hughes.
Ας σημειωθεί, ότι ο κατασκευαστής του WIN-T, η General Dynamics C4 Systems, ανακοίνωσε στις 20 Μαρτίου την πραγματοποίηση βελτιώσεων στο σύστημα ώστε «να μειωθεί η πολυπλοκότητα και να βελτιωθεί η αξιοπιστία» στη βάση διαδικασίας ανατροφοδότησης που συνιστούν οι απόψεις και εμπειρίες στρατιωτικού προσωπικού που έχει αναπτυχθεί επιχειρησιακά στο Αφγανιστάν. «Εργαζόμαστε με τον Στρατό για να κάνουμε σημαντικά βήματα στον εξορθολογισμό και την απλούστευση των λειτουργιών του δικτύου» ανέφερε ο Chris Marzilli, πρόεδρος της General Dynamics C4 Systems.

Κατά την εταιρία, η εκκίνηση του συστήματος απαιτεί πλέον χρόνο μικρότερο των πέντε λεπτών, ενώ προηγουμένως απαιτούσε πολλαπλά βήματα, πολλαπλές διαδικασίες εισαγωγής κωδικών προσπέλασης (log-ins) και χρόνο περίπου 12 λεπτών για να ολοκληρωθεί. Επίσης η διεπαφή χρήστη του WIN-T έχει αναβαθμιστεί με «διαισθητικό» λογισμικό και εύκολης χρήσης εργαλεία επίλυσης προβλημάτων (troubleshooting). Αντίθετα στην προγενέστερη έκδοση η επίλυση προβλημάτων ήταν μία αναλυτική διαδικασία πολλαπλών βημάτων για εκπαιδευμένους Διαβιβαστές. Η νέα έκδοση του WIN-T που χαρακτηρίζεται ως «[Προσ-]αύξηση 2» (Increment 2) πρόκειται να δοκιμαστεί σε επιχειρησιακές συνθήκες το διάστημα Ιουνίου – Νοεμβρίου 2014.
Ο ταξίαρχος Hughes δήλωσε ότι έχει ενημερώσει τους αναδόχους, ότι ο Στρατός πρόκειται να πατάξει την πολυπλοκότητα. «Θέλω αναδόχους που να καταλάβουν ότι το απλούστερο είναι καλύτερο» σημείωσε με έμφαση. Σύμφωνα με τον πιο πρόσφατο σχεδιασμό του Στρατού, θα συνεχιστεί η αναβάθμιση του τρέχοντα εξοπλισμού και η προμήθεια νέας τεχνολογίας για τις μελλοντικές ταξιαρχίες θα γίνει μετά το 2016.
Όμως οι ανάδοχοι (βιομηχανία) των προγραμμάτων επιχειρηματολογούν ότι το ζήτημα της πολυπλοκότητας είναι ανάλογο του διλήμματος «κότα ή αυγό». Η γενική άποψη είναι ότι τα συστήματα είναι μερικές φορές περίπλοκα γιατί οι τεχνικές προδιαγραφές είναι τόσο πολύ εκτός της «δεσπόζουσας τάσης» (mainstream). Ο εμπορικός τομέας προσφέρει δεκάδες επιλογής ασφαλών ασύρματων επικοινωνιών οι οποίες θα μπορούσαν να «στρατικοποιηθούν», αλλά ο Στρατός συνεχίζει να «καλωδιώνει» τα κέντρα επιχειρήσεων του.
Κατά τον Kevin L Kelly, διευθύνοντα σύμβουλο της LGS Innovations, ο Στρατός έχει μικρότερη ανοχή στον κίνδυνο [ρίσκο] σε σχέση με τους εμπορικούς χρήστες, γεγονός που μπορεί να αποτρέψει την πρόοδο. «Τίποτα δεν λειτουργεί όλες τις φορές» σημείωσε ο Kelly σε μία συνέντευξη του. «Όταν καινοτομείς πρέπει να αποδεχθείς και την αποτυχία. Πρέπει να κάνεις πολλαπλές επενδύσεις. Ποτέ δεν υπάρχει μία μόνο λύση για όλα», συμπλήρωσε.

«Πολλά από τα συστήματα για τα οποία τώρα ο Στρατός των ΗΠΑ παραπονείται ότι είναι πολύ πολύπλοκα πιθανότατα έγιναν στην προσπάθεια του αναδόχου για την τελειότητα. Και οι στρατιώτες υποφέρουν τις συνέπειες καθώς συνεχίζεται να στέλνονται στον πόλεμο με «push-to-talk» σταθμούς ασυρμάτου. Για έναν 20χρόνο στρατιώτη αυτό είναι εκτυφλωτικό και τον βάζει σε μειονεκτική θέση» συνέχισε ο Kelly.
Γενικά η βιομηχανία θεωρεί ότι το δίκτυο του Στρατού [των ΗΠΑ] μπορεί να επωφεληθεί από μεγαλύτερη απλότητα στον τρόπο που καθορίζονται οι απαιτήσεις και από το πόση ελευθερία παραχωρείται στους προμηθευτές να υιοθετήσουν συμβιβαστικές λύσεις.
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του δικτύου του Στρατού είναι οι εν κινήσει επικοινωνίες μέσω δορυφορικών ζεύξεων. Παρά το γεγονός ότι το WIN-T έχει καταστεί το «πρόγραμμα αναφοράς» για εν κινήσει δορυφορικές επικοινωνίες, υπάρχουν εναλλακτικά συστήματα τα οποία αν και δεν ικανοποιούν το 100% των απαιτήσεων εν τούτοις προσφέρουν άλλα πλεονεκτήματα, σημείωσε ο Steve Richeson, διευθυντής επιχειρηματικής ανάπτυξης της Exelis Inc.
Η εταιρία του έχει εγκαταστήσει ένα «εν κινήσει παγκόσμιο δίκτυο ενεργού διανομής» (global network on the move active distribution) σε ένα τροχοφόρο τεθωρακισμένο όχημα Stryker το οποίο υπεβλήθη σε δοκιμές στο Fort Benning της πολιτείας της Γεωργίας και οι στρατιώτες που τις πραγματοποίησαν δεν το βρήκαν εξαιρετικά πολύπλοκο, ανέφερε ο Richeson σε συνέντευξη του.
«Η ανάγκη για απλοποίηση είναι κάτι που ακούμε συνεχώς», είπε ο Richeson. “Για να είμαστε δίκαιοι με τα ανθρώπους του προγράμματος, πρέπει να παραδώσουν ό,τι περιλαμβάνεται σε αυτό… Είμαστε πραγματικά προσηλωμένοι στο να το διατηρήσουμε σε ένα επίπεδο το οποίο θα μπορούν να λειτουργήσουν τεχνικοί που συνήθως είναι διαθέσιμοι», συμπλήρωσε.
Τα οχήματα Stryker, όπως τα άρματα μάχης και άλλα βαρέα οχήματα χρειάζονται δορυφορικές επικοινωνίες εν κινήσει αλλά δεν μπορούν να διαχειριστούν την κεραία τύπου «πιάτου» που χρησιμοποιεί το WIN-T. Σύμφωνα με τον Richeson, το σύστημα δορυφορικών επικοινωνιών της Exelis χρησιμοποιεί μία μικρότερου μεγέθους κεραία η οποία δεν παρεμβάλλεται στον πύργο ή τις θυρίδες του Stryker αλλά και μειώνει την πιθανότητα εντοπισμού του. Το μειονέκτημα είναι ότι για να γίνει μικρότερο το μέγεθος του συστήματος ο χρήστης θα πρέπει να θυσιάσει το εύρος ζώνης συχνοτήτων. «Κάναμε μερικούς συμβιβασμούς τους οποίους το WIN-T δεν έκανε ώστε να προσαρμοστεί σε βαρείες πλατφόρμες», συμπλήρωσε ο Richeson.
Το σύστημα δορυφορικών επικοινωνιών της Exelis χρησιμοποιεί μία χαμηλού προφίλ κεραία που κατασκευάζεται από τη RaySat Antenna Systems.

«Επιχειρούμε να πείσουμε τον Στρατό ότι θα έπρεπε να εξετάσει αυτού του τύπου τα προϊόντα», δήλωσε ο David E Gross, διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας. Κατά τον ίδιο με μία ηλεκτρονικά κατευθυνόμενη διάταξη το ύψος της κεραίας του WIN-T που ανέρχεται σε 20 ίντσες (50,8 εκατοστά) μπορεί να μειωθεί κατά δύο ίντσες (5,08 εκατοστά). Αντίθετα οι παρούσες κεραίες της RaySat έχουν ύψος 10 ίντσες (25,4 εκατοστά).
Όπως και άλλοι ο Gross επιμένει ότι αυτές οι νέες τεχνολογίες απαιτούν συμβιβασμούς. «Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα», δήλωσε με έμφαση. «Αν ο Στρατός θέλει να μειώσει το μέγεθος, το βάρος και την κατανάλωση ισχύος, θα πρέπει να παραιτηθεί από κάποιες προδιαγραφές επίδοσης. Σε κάποιο σημείο αυτό που είναι αρκετά καλό πρέπει να γίνει αποδεκτό σε αντιπαραβολή του τέλειου» συμπλήρωσε.
Όμως, κατά τους αναδόχους, το σύστημα προμηθειών του Στρατού δρα ενάντια στις προσπάθειες απλοποίησης του δικτύου και την υιοθέτηση αναδυόμενων τεχνολογιών. «Κάποιο μέρος από την πολυπλοκότητα και την υψηλή ολοκλήρωση καθοδηγείται από τη βιομηχανία» σημειώνει ο Richeson. «Κατά τη διάρκεια του κύκλου υψηλής ζήτησης στη διάρκεια του πολέμου, η βιομηχανία ανταμείφθηκε για αυτό επειδή επέτρεψε στις πλατφόρμες να κάνουν «νέα κόλπα». Όταν όμως αυτό θεσμοθετείται, το επίπεδο της επιτήδευσης γίνεται δύσκολο για τους τελικούς χρήστες» συμπλήρωσε.
Επίσης, ο Richeson επισήμανε ότι ο Στρατός δεν θα πρέπει να ξεγελαστεί θεωρώντας ότι μπορεί να προμηθευτεί χαμηλού κόστους τεχνολογία για τους καταναλωτές [εμπορική] και να τη «στρατικοποιήσει». «Η σύγκριση είναι άδικη», είπε. «Ο τύπος στο κατάστημα δεν έχει να εγγυηθεί άμεση εξυπηρέτηση, καμία διακοπή κλήσεων, ασφάλεια και αντοχή που απαιτούνται σε στρατιωτικών προδιαγραφών σταθμό ασυρμάτου».

Κατά τον Richeson, όταν οι αξιωματούχοι του Στρατού αναδεικνύουν αυτό το ζήτημα, τη στιγμή που λένε στους αναδόχους αυτό που πραγματικά χρειάζονται, τότε αντιλαμβάνονται ότι για να ολοκληρωθεί η αποστολή που θέλουν να μπορούν να εκτελέσουν, η «πραμάτεια» της Apple είναι πιθανό ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί.
πηγή

Δημοσίευση σχολίου

 
Top