GuidePedia

0


Ανάλυση του International Institute for Strategic Studies (IISS)* για τον πόλεμο κατά του Ιράν επιχειρεί να τοποθετήσει τη σύγκρουση όχι ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ως ένα ιστορικό σημείο καμπής για τη Μέση Ανατολή και τη διεθνή τάξη. Το βασικό της επιχείρημα είναι σχεδόν παράδοξο: πρόκειται για έναν πόλεμο στον οποίο και οι τρεις βασικοί δρώντες -οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν- ενδέχεται να ισχυριστούν ότι κέρδισαν, ενώ στην πραγματικότητα θα έχουν όλοι επιδεινώσει τη στρατηγική τους θέση.

Το IISS εντάσσει τη σύγκρουση σε μια ευρύτερη ιστορική ακολουθία. Τη θεωρεί το πέμπτο μεγάλο σοκ που αναδιαμορφώνει την περιοχή από το 1979 και μετά, μετά την Ιρανική Επανάσταση, τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ, τον Πόλεμο του Κόλπου και την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ. Με αυτή την έννοια, ο πόλεμος δεν είναι απλώς αποτέλεσμα συγκυρίας, αλλά η «λογική κατάληξη» δεκαετιών αποτυχημένης διπλωματίας, αδυναμίας ενσωμάτωσης του Ιράν στο περιφερειακό σύστημα και συσσώρευσης ανταγωνισμών που μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 επιταχύνθηκαν.
Σύγκρουση τριών διαφορετικών προτεραιοτήτων

Κεντρικός άξονας της εκτίμησης του IISS είναι η σύγκρουση τριών διαφορετικών στρατηγικών λογικών.
Από τη μία πλευρά, το Ιράν, ως αναθεωρητική δύναμη με ιδεολογική αυτοπεποίθηση, επένδυσε επί δεκαετίες σε ένα δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και σε ένα πυρηνικό πρόγραμμα που θεωρούσε εργαλείο αποτροπής.
Από την άλλη, το Ισραήλ, υπό τον Μπένζμιν Νετανιάχου, υιοθέτησε μια όλο και πιο επιθετική αντίληψη ασφάλειας, θεωρώντας ότι η απειλή του Ιράν δεν είναι διαχειρίσιμη αλλά υπαρξιακή.
Και τρίτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, κινήθηκαν με έναν συνδυασμό τακτικού οπορτουνισμού και στρατηγικής ασυνέπειας.

Η πορεία προς τον πόλεμο, όπως την περιγράφει το IISS, δεν ήταν αποτέλεσμα άμεσης απειλής αλλά συσσώρευσης ευκαιριών και λανθασμένων υπολογισμών. Η σύγκρουση του 2026 εμφανίζεται ως συνέχεια του πολέμου του 2025, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είχαν ήδη πλήξει κρίσιμες πυρηνικές και αμυντικές υποδομές του Ιράν. Εκείνη η επιχείρηση, αν και παρουσιάστηκε ως επιτυχία, άφησε ένα στρατηγικά ασαφές αποτέλεσμα: δεν κατέστρεψε πλήρως την ιρανική δυνατότητα και δεν παρήγαγε διπλωματική λύση. Αντίθετα, εγκλώβισε όλες τις πλευρές σε μια δυναμική κλιμάκωσης.

Ο νέος πόλεμος του 2026

Η έναρξη των επιχειρήσεων το 2026 χαρακτηρίστηκε από ένα εντυπωσιακό πρώτο πλήγμα: η στοχευμένη εξόντωση της ανώτατης ηγεσίας του Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του Αλί Χαμενεΐ σε συνδυασμό με μια συστηματική εκστρατεία καταστροφής στρατιωτικών, ενεργειακών και διοικητικών υποδομών. Το IISS αναγνωρίζει την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της αμερικανοϊσραηλινής εκστρατείας, αλλά τονίζει ότι αυτή δεν συνοδεύτηκε από σαφή πολιτική στρατηγική.

Ιδιαίτερα επικριτική είναι η ανάλυση του Ινστιτούτου για την αμερικανική στάση. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να κινείται με αντιφατικά αφηγήματα: από την υποτιθέμενη εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος το 2025, στην προειδοποίηση ότι το Ιράν βρισκόταν ξανά κοντά στην απόκτηση πυρηνικού όπλου. Παράλληλα, η έλλειψη σαφούς σχεδίου για την «επόμενη ημέρα» -είτε αφορά αλλαγή καθεστώτος είτε περιορισμό της σύγκρουσης- αποκαλύπτει μια βαθιά αναντιστοιχία μεταξύ στόχων και μέσων.

Σε αντίθεση, το Ισραήλ παρουσιάζεται ως πιο συνεκτικό στρατηγικά, με στόχο όχι μόνο την αποδυνάμωση αλλά την πλήρη διάλυση της ιρανικής ισχύος. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική ενέχει υψηλό ρίσκο: είτε να οδηγήσει σε χάος στο Ιράν είτε να καταλήξει σε μια μακρά σύγκρουση χωρίς καθαρό αποτέλεσμα.

Η ανθεκτικότητα του Ιράν

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ανάλυσης αφορά την ανθεκτικότητα του Ιράν. Παρά το αρχικό σοκ, το καθεστώς επέζησε, αναδιοργανώθηκε και αντέδρασε γρήγορα. Η επιλογή του να πλήξει κυρίως τα κράτη του Κόλπου -και όχι μόνο άμεσα τους αντιπάλους του- ερμηνεύεται ως στρατηγική υψηλού κόστους: να μεταφέρει την πίεση στους εταίρους των ΗΠΑ και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη τους στην αμερικανική προστασία.

Τα δεδομένα που παραθέτει το IISS είναι ενδεικτικά: η πλειονότητα των ιρανικών επιθέσεων κατευθύνθηκε προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, πλήττοντας κρίσιμες υποδομές, από ενεργειακές εγκαταστάσεις μέχρι μονάδες αφαλάτωσης. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο υλικές ζημιές, αλλά και βαθύ ψυχολογικό σοκ για οικονομίες που βασίζονται στην εικόνα σταθερότητας.

Παράλληλα, η Τεχεράνη, αν και αποδυναμωμένη, διατηρεί μια κρίσιμη ικανότητα: να αποσταθεροποιεί. Το IISS εκτιμά ότι το Ιράν δεν θα μπορέσει να επανέλθει ως συμβατική στρατιωτική δύναμη σύντομα, αλλά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ακόμη πιο απρόβλεπτο και επιθετικό παράγοντα. Ιδιαίτερα αν, υπό νέα ηγεσία, επιλέξει να επιταχύνει το πυρηνικό του πρόγραμμα, ο πόλεμος θα έχει οδηγήσει ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδίωκαν οι αντίπαλοί του.

Συνολικά, η ανάλυση του IISS καταλήγει σε μια μάλλον απαισιόδοξη εκτίμηση: δεν υπάρχει σενάριο καθαρής νίκης: Οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε μια σύγκρουση χωρίς στρατηγικό τέλος, το Ισραήλ να αναλάβει το κόστος μιας αποσταθεροποιημένης περιοχής και το Ιράν να επιβιώσει ως τραυματισμένος αλλά πιο επικίνδυνος παίκτης.

Το τέλος της σύγκρουσης, σημειώνει το IISS, δεν θα καθοριστεί μόνο από στρατιωτικούς παράγοντες, αλλά από πολιτικές πιέσεις, οικονομικές επιπτώσεις -όπως οι τιμές ενέργειας- και την αντοχή των εμπλεκομένων.

Η τελική εικόνα είναι αυτή μιας περιοχής που εισέρχεται σε μια νέα, πιο ασταθή φάση: με υψηλότερο ρίσκο πυρηνικού πολλαπλασιασμού, μεγαλύτερη γεωοικονομική αστάθεια και μια διεθνή τάξη που δείχνει ολοένα και λιγότερο ικανή να διαχειριστεί τέτοιου είδους κρίσεις.



Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top