GuidePedia

0

Η εξωτερική πολιτική της χώρας αντιμετωπίζει, πλέον, σοβαρή αμφισβήτηση
Παρά την επιμονή του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών περί του αντιθέτου, η τουρκική εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζει πλέον σοβαρή αμφισβήτηση και βρίσκεται ενώπιον επαναπροσδιορισμού. Την ώρα που ο πυρετός της επανάστασης και οι βίαιες εξεγέρσεις συνεχίζουν να ταρακουνούν τη Μέση Ανατολή, η Τουρκία ανακαλύπτει ότι πρέπει να αναθεωρήσει την πολιτική της όσον αφορά στο μουσουλμανικό κόσμο, διαφορετικά θα μείνει πίσω στις αλλαγές που συντελούνται στην περιοχή.
Τα τελευταία οκτώμισι χρόνια, η Τουρκία βάσισε την εξωτερική της πολιτική στο δόγμα του Στρατηγικού Βάθους του Νταβούτογλου και στα «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες». Η στρατηγική αυτή αποσκοπούσε σε έναν πολύ απλό στόχο. Να καταστήσει την Τουρκία μία ισχυρή δύναμη όχι μόνο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Προκειμένου να το πετύχει, η Τουρκία προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κεντρική της θέση στην Ευρασία, καθώς και τους ιστορικούς, πολιτιστικούς και θρησκευτικούς δεσμούς με τις γείτονες χώρες. Παράλληλα, προσπάθησε να διατηρήσει τους δεσμούς της και με τη Δύση, ειδικά με την Ε.Ε., και παραμένοντας κάτω από την ομπρέλα ασφαλείας του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, αυτό που της έλειπε μόνο ήταν να εστιάσει στον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και κυρίως στη Μέση Ανατολή. Με αυτήν την τακτική, σύμφωνα με τη θεωρία Νταβούτογλου, η Τουρκία θα γινόταν μία χώρα στρατηγικής σημασίας για τα κράτη της περιοχής. Ευελπιστούσε να γίνει ένα σημαντικό κράτος με παγκόσμια σπουδαιότητα και γέφυρα όχι μόνο ανάμεσα σε Ευρώπη
- Βόρεια Αμερική και Ανατολή, αλλά και αγωγός του παγκόσμιου πολιτισμού στη μουσουλμανική Ανατολή.
Η πρώτη κίνηση, επομένως, ήταν η Τουρκία να χτίσει τις δικές της γέφυρες με το μουσουλμανικό κόσμο. Και το κατάφερε. Εξελίχθηκαν οι σχέσεις της με το Ιράν και τη Συρία, οι οποίες μάλιστα περιβλήθηκαν και με έναν οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτιστικό μανδύα. Οι εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν φτάνουν πλέον τα 10 δισ. δολάρια και με τη Συρία τα 4 δισ. Ενώ, παράλληλα, διεξάγουν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και αναπτύσσουν τη συνεργασία στο επίπεδο της ανταλλαγής πληροφοριών.
Η Τουρκία ανέπτυξε στενές σχέσεις και με τη Λιβύη. Εκατοντάδες τουρκικές επιχειρήσεις έκλεισαν τα τελευταία χρόνια τεράστιες κατασκευαστικές συμφωνίες, ενώ οι επενδύσεις στη Βόρεια Αφρική ξεπερνούν ετησίως τα 30 δισ. δολάρια. Οι σχέσεις έγιναν μάλιστα ακόμη πιο στενές όταν ο Ερντογάν κέρδισε το βραβείο Μουαμάρ Καντάφι Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μία τιμητική διάκριση που ο Τούρκος πρωθυπουργός δέχθηκε μετά βδελυγμίας. Αποκορύφωμα δε της σφαίρας επιρροής της Τουρκίας στην περιοχή θεωρήθηκε η σύσταση μίας ελεύθερης οικονομικής ζώνης με τη Συρία, το Ιράν, το Λίβανο, την Ιορδανία και τη Λιβύη. Η μόνη απώλεια της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας ήταν το Ισραήλ. Ο άλλοτε ισχυρός στρατηγικός και στρατιωτικός σύμμαχός της στην περιοχή, έγινε βορά στην προσπάθεια της Τουρκίας να προσεταιριστεί τους Άραβες και να κερδίσει οπαδούς στους δρόμους των αραβικών πρωτευουσών.

Η αντίστροφη μέτρηση

ΓΙΑ μια στιγμή, λοιπόν, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας φάνηκε να κερδίζει έδαφος, αίγλη και παγκόσμιο εφέ. Ήταν στο κέντρο της διεθνούς διπλωματίας. Το πρώτο ταξίδι του Αμερικανού προέδρου Ομπάμα στη Μέση Ανατολή, μετά την εκλογή του, ήταν στην Τουρκία. Παράλληλα, ο Γουίλιαμ Χαγκ της Βρετανίας τοποθέτησε τις σχέσεις με την Τουρκία στο κέντρο της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία απέκτησε επιπλέον πεποίθηση, μάλιστα, όταν νόμισε ότι θα προσφέρει λύση στο ιρανικό πυρηνικό πρόβλημα, αλλά κι όταν ψήφιζε εναντίον των ΗΠΑ στις κυρώσεις που επέβαλλε ο ΟΗΕ εναντίον του Ιράν, κερδίζοντας έτσι μεγαλύτερη δημοτικότητα στο μουσουλμανικό κόσμο.
Παρ’ όλα αυτά, οι τελευταίες εξελίξεις στην ευρύτερη γειτονιά της, έθεσαν όχι μόνο τα καθεστώτα της περιοχής σε κίνδυνο, αλλά και την τουρκική πολιτική. Αν και ο Νταβούτογλου επιμένει ότι «δεν υπάρχει άλλη χώρα που να απολαμβάνει τόσο καλές σχέσεις με τις κυβερνήσεις και τους λαούς της Μέσης Ανατολής», η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Κι εδώ έγκειται το πρόβλημα. Διότι, η τουρκική πολιτική, δεν βάσισε ποτέ τις σχέσεις της σε λαούς, αλλά σε καθεστώτα. Καθεστώτα, μάλιστα, που ήταν επιρρεπή σε καταπίεση των ίδιων των πολιτών τους.
Για παράδειγμα, η στήριξη που πρόσφερε ο Ερντογάν προς τον Ιρανό πρόεδρο Αχμαντινετζάντ στις εκλογές του 2009. Ήταν παραπάνω από εμφανές ότι στις εκλογές υπήρξε μεγάλη νοθεία και ότι υπήρξε μία βίαιη καταστολή των διαδηλωτών του Πράσινου Κινήματος, γεγονός στο οποίο η Τουρκία σιώπησε ηχηρά. Αυτό την κατέστησε στα μάτια της Δύσης «φίλη του άξονα του κακού» κι έχασε αξιοπιστία όταν προσπαθούσε να γίνει δεκτό το σχέδιό της για λύση στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Η πολιτική του Στρατηγικού Βάθους και η… στρατηγική άβυσσος
ΣΕ ΑΚΟΜΑ χειρότερη θέση βρέθηκε η πολιτική της Άγκυρας στην περίπτωση της Λιβύης. Οι κάτοικοι της Βεγγάζης διαμαρτυρήθηκαν εναντίον της Τουρκίας, επιτέθηκαν εναντίον Τούρκων λόγω συνεργασίας τους με τον Καντάφι, αλλά και λόγω της αρχικής αντίθεσης της Άγκυρας στην επέμβαση του ΝΑΤΟ. Αυτή η αντίδραση για ανάμειξη του ΝΑΤΟ εξόργισε και τα κράτη-μέλη και ειδικά τη Γαλλία, που ταπείνωσε την Τουρκία, μη προσκαλώντας την στη σύνοδο, αλλά τη λιβυκή αντιπολίτευση που απέρριψε την τουρκική μεσολαβητική προσπάθεια ως «μη ρεαλιστική».
Κι ερχόμαστε στο σήμερα και τη Συρία, όπου ο Μπασάρ αλ Άσαντ στέλνει τανκς για να καταπνίξει τις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις και η Τουρκία βρίσκεται στη φάση να μη γνωρίζει σε ποιο άλογο να ποντάρει και ποιον να στηρίξει. Το φίλο και σύμμαχο Άσαντ ή την αλλαγή; Αν ο Άσαντ χάσει την εξουσία και επακολουθήσουν εθνοτικές και θρησκευτικές εξεγέρσεις, ένα κουρδικό ξέσπασμα στα βόρεια της Συρίας ίσως χτυπήσει και την πόρτα της Τουρκίας. Αλλά ακόμη κι αν ο Άσαντ διατηρήσει την εξουσία, η Τουρκία θα έχει πέσει αρκετά στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, αφού οι προσπάθειές της να πείσει τον Άσαντ να συναντηθεί με τους διαδηλωτές πέφτουν στο κενό και άρα φαίνεται ότι ούτε και στη Συρία μπορεί να ασκήσει τελικά κάποια επιρροή.
Ακόμη και στην Αίγυπτο, όπου ο Ερντογάν υποστήριξε τους διαδηλωτές της πλατείας Ταχρίρ και κάλεσε τον Μουμπάρακ να παραιτηθεί, η ιδέα ότι η Τουρκία θα μπορούσε να είναι ένα μοντέλο για την αιγυπτιακή δημοκρατία απορρίφθηκε πολύ σύντομα. Αν και η Τουρκία έχει σχέσεις με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, οι Αιγύπτιοι επιμένουν ότι μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους μοντέλο διακυβέρνησης.
Την τελευταία δεκαετία η Αίγυπτος φαίνεται να είναι ένα κράτος σε παρακμή και στη σκιά του πρώην εαυτού της. Με το πνεύμα, όμως, της αλλαγής να κυριαρχεί τώρα στη χώρα, η Αίγυπτος θέλει να μετεξελιχθεί σε μία πολιτιστική, οικονομική και στρατιωτική δύναμη της Μέσης Ανατολής, προκαλώντας έτσι τις προσδοκίες της Τουρκίας.
Ενώ, λοιπόν, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται στον αραβικό κόσμο, ο προσανατολισμός της Τουρκίας έχει δεχθεί ένα μεγάλο πλήγμα, αφού δεν μπορεί ουσιαστικά να επέμβει, όπως ήλπιζε, με αποτέλεσμα να πρέπει να επαναοριοθετήσει την πολιτική της. Γιατί, διαφορετικά, από τα «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες», η πολιτική του Στρατηγικού Βάθους μπορεί εύκολα να καταλήξει σε… στρατηγική άβυσσο.

ΠΗΓΗ

Δημοσίευση σχολίου

 
Top