GuidePedia

0


Λυγερός Σταύρος
Η τακτικού χαρακτήρα ήττα που υπέστησαν οι Ρώσοι στην περιοχή του Χαρκόβου επαναφέρει κρίσιμα ερωτήματα που εξαρχής αιωρούνται. Αυτές είναι όλες κι όλες οι δυνατότητες της ρωσικής στρατιωτικής μηχανής; Γιατί, ενώ υπάρχουν, ο Πούτιν δεν στέλνει πρόσθετες δυνάμεις στην Ουκρανία; Πρόκειται για “αυτοκτονική” ανικανότητα ή υπάρχει άλλη πολιτική σκοπιμότητα;

Πριν ασχοληθούμε με αυτά τα ερωτήματα είναι χρήσιμη μία περιληπτική αναδρομή. Στις πρώτες ημέρες της ρωσικής εισβολής, η αποστολή στο Κίεβο ειδικών δυνάμεων είχε αντικειμενικό σκοπό τον αποκαλούμενο “αποκεφαλισμό ηγεσίας”, δηλαδή την εξουδετέρωση της δυνατότητας της κυβέρνησης Ζελένσκι να ελέγξει και κατευθύνει τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις. Αυτό θα οδηγούσε σε παράλυση της όποιας ουκρανικής αντίστασης, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση ενός φιλορωσικού καθεστώτος.

Προφανώς στο Μόσχα πίστευαν πως οι ρωσικές ειδικές δυνάμεις δεν θα συναντούσαν σημαντική αντίσταση στην Ουκρανία. Γι’ αυτό και απέφυγαν να προβούν σε μαζικούς βομβαρδισμούς με σκοπό την εξουδετέρωση των κέντρων στο Κίεβο και άλλες πόλεις, παρά το γεγονός ότι οι Ρώσοι είχαν το απόλυτο σχεδόν πλεονέκτημα στον αέρα. Ο λόγος που σχεδίασαν μία “ήπια” εισβολή ήταν πολιτικός, όχι στρατιωτικός.

Το Κρεμλίνο ήθελε να “αποκεφαλίσει” την ουκρανική κυβέρνηση, χωρίς να προκληθούν πολλά θύματα και υλικές καταστροφές, επειδή είχε στο μυαλό του την επόμενη ημέρα. Ήθελε να ελαχιστοποιήσει το κόστος για να μην βαθύνει το χάσμα που θα χώριζε τον μέσο Ουκρανό από το φιλορωσικό καθεστώς στο Κίεβο, το οποίο σχεδίαζε να εγκαταστήσει η Μόσχα. Η “ήπια” εισβολή υπαγορεύθηκε από πολιτική σκοπιμότητα κι όχι από ανθρωπισμό.

Το αρχικό σχέδιο για γρήγορο “αποκεφαλισμό” της ουκρανικής ηγεσίας, όμως, σκόνταψε στην αντίσταση του ουκρανικού στρατού, ο οποίος αποδείχθηκε πως ήταν προετοιμασμένος και πολύ σωστά –με την καθοδήγηση Αμερικανών συμβούλων– είχε επιλέξει να αμυνθεί σε πόλεις, όπου μπορούσε να εξουδετερώσει το ρωσικό πλεονέκτημα. Στο επιχειρησιακό επίπεδο, το δόγμα για συγκέντρωση των επιτιθέμενων δυνάμεων με σκοπό ένα συντριπτικό πλήγμα στον αντίπαλο δεν εφαρμόστηκε, λόγω της λανθασμένης βασικής ρωσικής εκτίμησης ότι οι ουκρανικές δυνάμεις δεν θα πρόβαλαν αξιόλογη αντίσταση.

Ολιγάριθμες οι ρωσικές δυνάμεις στην Ουκρανία

Οι ρωσικές δυνάμεις που εισέβαλαν στην Ουκρανία ήταν ολιγάριθμες για το μέγεθος της χώρας και για τα πολλά μέτωπα που άνοιξαν οι Ρώσοι (Κίεβο, Χάρκοβο, Ντονμπάς, Χερσώνα). Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, οι ρωσικές δυνάμεις ήταν 110.000-120.000 στρατιώτες συν κάποιες εφεδρείες στα σύνορα. Μία σύγκριση είναι ότι οι Γερμανοί για να καταλάβουν την Ελλάδα το 1941 χρησιμοποίησαν περίπου 600.000 στρατιώτες.

Ο πόλεμος ελιγμών που αρχικά επιχείρησαν οι ρωσικές δυνάμεις στην Ουκρανία απέτυχε, υποχρεώνοντάς τες να αλλάξουν σχέδια. Εστίασαν στην ολοκληρωτική κατάληψη του Ντονμπάς, όπου και σημείωσαν σημαντικές νίκες, ενώ μικρότερης έκτασης επιχειρήσεις διεξήγαγαν στο Νικολάεφ (δυτικά της Χερσώνας) και στα περίχωρα του Χαρκόβου. Προφανώς, επεδίωκαν να ολοκληρώσουν την κατάληψη του Ντονμπάς πριν ρίξουν δυνάμεις αλλού.

Όποια κι αν ήταν τα ρωσικά σχέδια, το ερώτημα παραμένει: Έχουν εξαντλήσει οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις τις δυνατότητές τους; Αυτό που βλέπουμε μπορούν να κάνουν στην Ουκρανία; Πριν απαντήσουμε, ας θέσουμε ένα συναρτώμενο ερώτημα. Η Ρωσία με πληθυσμό περίπου 150.000.000 έχει 1.000.000-1.200.000 στρατιώτες (χωρίς επιστράτευση). Δεδομένου ότι ειδικά αυτή την περίοδο δεν αντιμετωπίζει απειλή σε κανένα άλλο σημείο των συνόρων της, προφανώς θα μπορούσε να συγκεντρώσει στην Ουκρανία –ειδικά μετά την αρχική αποτυχία– υπερδιπλάσια δύναμη από τους περίπου 180.000 στρατιώτες που διαθέτει τώρα εκεί.

Χωρίς να υποτιμώ την εγγενή αβεβαιότητα που ενυπάρχει σε κάθε πόλεμο, όταν οι Ρώσοι προήλαυναν με σχετικά αργό ρυθμό στο Ντονμπάς, όταν δυσκολεύονταν στο Νικολάεφ κι όταν οι σχετικά μικρές δυνάμεις τους στο Χάρκοβο αποδείχθηκαν ανίκανες να αποκρούσουν την ουκρανική αντεπίθεση, το ερώτημα αποκτά κρίσιμη σημασία: γιατί το Κρεμλίνο δεν στέλνει πρόσθετες δυνάμεις στην Ουκρανία, ενώ είναι ζωτικά αναγκαίες;

“Ειδική στρατιωτική επιχείρηση”

Όπως είναι γνωστό, ο Πούτιν έχει χαρακτηρίσει την εισβολή “ειδική στρατιωτική επιχείρηση” κι όχι πόλεμο. Η αιτία είναι ότι θεωρεί τουλάχιστον μεγάλα τμήματα της Ουκρανίας συνιστώσες της “Μεγάλης Ρωσίας”. Με τη λογική του, δεν μπορούσε να κηρύξει πόλεμο εναντίον πληθυσμών που θεωρεί εθνικά συγγενείς και που δυνάμει μπορούν να βρεθούν κάτω από την ίδια κρατική στέγη. Αντιθέτως, η “ειδική στρατιωτική επιχείρηση” ταιριάζει –σύμφωνα με τη λογική Πούτιν– για την ανατροπή ενός καθεστώτος που έχει επιβληθεί από τους Αμερικανούς στον ουκρανικό λαό.

Είναι προφανές πως η θεώρηση αυτή είναι στη ρίζα της αρχικής ρωσικής στρατηγικής για “αποκεφαλισμό” της ουκρανικής ηγεσίας. Όταν, όμως, αυτή κατέρρευσε από την ουκρανική αντίσταση, δεν θα έπρεπε το Κρεμλίνο να βγάλει τα συμπεράσματά του και να προσαρμόσει τη στρατηγική του; Ειδικά, όταν διαπίστωσε στην πράξη και τις προαναφερθείσες ρωσικές δυσκολίες, αλλά και τα ουκρανικά σαμποτάζ στην Κριμαία.

Το ζήτημα δεν αφορά στην ορολογία (ειδική στρατιωτική επιχείρηση ή πόλεμος). Αφορά πρωτίστως στην αποστολή πρόσθετων δυνάμεων, οι οποίες υπάρχουν και χωρίς επιστράτευση. Γιατί, λοιπόν, ο Πούτιν δεν κάνει αυτό το βήμα, με αποτέλεσμα οι Ρώσοι να υφίστανται απώλειες και τακτικές ήττες που θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να είχαν αποφευχθεί. Χωρίς να υποτιμώ τα μεγάλα προβλήματα που παρουσιάζει ο ρωσικός στρατός σε πολλά επίπεδα, είναι προφανές πως η αριθμητική αύξησή του θα βελτίωνε τα πράγματα.

Παραλλήλως με το ανωτέρω ερώτημα, εγείρεται και ένα δεύτερο: Στο ουκρανικό μέτωπο, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις έχουν εξαντλήσει όλες τις δυνατότητές τους σε οπλικά συστήματα (προφανώς εξαιρουμένων των πυρηνικών); Προσωπικά δεν είμαι σε θέση να απαντήσω, αλλά δυτικοί εμπειρογνώμονες απαντούν αρνητικά. Κι αν στην πρώτη φάση το Κρεμλίνο είχε αυταπάτες ότι μπορεί να επιτύχει τον αντικειμενικό σκοπό του στην Ουκρανία, χρησιμοποιώντας κατά βάση οπλικά συστήματα δεύτερης κατηγορίας, εδώ και καιρό δεν μπορεί να το πιστεύει.

“Αυτοκτονία” ή άλλη σκοπιμότητα

Οι σκέψεις αυτές μας οδηγούν σε ένα δίλημμα: Ή να θεωρήσουμε ότι ο Πούτιν και η ηγετική ομάδα του έχουν χάσει τελείως την επαφή τους με την πραγματικότητα και περίπου “αυτοκτονούν” στρατιωτικά, πολιτικά και εθνικά, ή η στάση τους υπηρετεί μία άλλη πολιτική σκοπιμότητα. Μην ξεχνάμε ότι η εσωτερική κριτική που ασκείται στο Κρεμλίνο εστιάζεται στο γεγονός πως δεν κάνει ό,τι πρέπει για να κερδίσει η Ρωσία τον πόλεμο. Με οριακές εξαιρέσεις, δεν αμφισβητείται ούτε τώρα η ανάγκη για εισβολή στην Ουκρανία.

Εάν θεωρήσουμε τον Πούτιν και το επιτελείο του εκτός τόπου και χρόνου θα έχουμε εύκολα ξεμπερδέψει με το ερώτημα, αλλά όχι και με το πραγματικό πρόβλημα. Ο Ρώσος πρόεδρος, εξάλλου, έχει σε πολλές άλλες περιπτώσεις αποδείξει ότι είναι πολιτικά ρεαλιστής, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν κάνει λάθη, όπως κάθε ηγέτης. Για ποιον λόγο, λοιπόν, δεν κινητοποιεί πρόσθετες στρατιωτικές δυνατότητες για να καταβάλει τους Ουκρανούς;

Προφανώς, δεν θέλει ο ρωσικός στρατός να ηττάται, όπως τώρα στο Χάρκοβο, ή να δέχεται πλήγματα από σαμποτάζ, όπως στην Κριμαία. Ούτε να βλέπει τη ναυαρχίδα “Μόσκβα” να βυθίζεται, αν κι αυτό το πλήγμα είναι άλλης τάξεως. Υπενθυμίζουμε πως όσο οι Ρώσοι κέρδιζαν βήμα-βήμα εδάφη στο Ντονμπάς, το Ουκρανικό είχε πέσει χαμηλά ως θέμα στα δυτικά Μίντια, η δυτική κοινή γνώμη έδειχνε “κουρασμένη” με ό,τι αρνητικό αυτά συνεπάγονται για τη ροή της δυτικής βοήθειας σε χρήμα και όπλα προς το Κίεβο. Οι τωρινές ουκρανικές επιτυχίες εκτός του ότι ρίχνουν το ηθικό του ρωσικού στρατού, αναζωπυρώνουν και το υπέρ της Ουκρανίας ενδιαφέρον στη Δύση.

Στο στόχαστρο η ενότητα της Δύσης

Όλα τα ανωτέρω καθιστούν ακόμα πιο οξύ το ερώτημα για τη στάση του Πούτιν, δεδομένου ότι κατά γενική ομολογία πλέον οι δυτικές κυρώσεις μόνο “γρατζουνιές” έχουν προκαλέσει στη ρωσική οικονομία, ενώ βαριές είναι οι επιπτώσεις τους στη Δύση, ειδικά στην Ευρώπη. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι για το Κρεμλίνο μεγαλύτερη σημασία από την ταχεία προέλαση των ρωσικών δυνάμεων έχει να σπάσει την ενότητα της Δύσης, για την ακρίβεια να προκαλέσει ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ-ΕΕ.

Οι δύο πόλοι του ΝΑΤΟ, παρά τις αντιθέσεις τους, αντέδρασαν στη ρωσική εισβολή με μία πρωτοφανή συσπείρωση, που ανάλογη δύσκολα συναντάς και στα πιο σκληρά χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Ουσιαστικά, αναβίωσε στην ευρωπαϊκή συνείδηση η ρωσική απειλή. Ακόμα και στη δυτική Ευρώπη, θεώρησαν ότι η επιθετική “Αρκούδα” απειλούσε και τη δική τους εθνική ασφάλεια. Σ’ αυτό το επίπεδο, η Ουάσινγκτον κέρδισε πλήρως, υποχρεώνοντας και όσους Ευρωπαίους ηγέτες προσπάθησαν να αναζητήσουν κάποιο συμβιβασμό, να συνταχθούν πίσω της, χωρίς “αστερίσκους”.

Η μέχρι τώρα αδυναμία των Ρώσων να καταβάλουν στρατιωτικά τους Ουκρανούς εκ των πραγμάτων αμβλύνει την αίσθηση της απειλητικής “Αρκούδας”, του αφηγήματος ότι μετά την Ουκρανία σειρά θα είχαν οι βαλτικές χώρες, η Πολωνία και μετά η Γερμανία! Κι όλα αυτά, όταν ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης θα βρεθεί προσεχώς σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Η ενεργειακή κρίση και ο καλπάζων πληθωρισμός στη χειμερινή περίοδο ανατρέπουν σταθερές του βίου του κατά τρόπο που δεν έχει προηγούμενο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μάλιστα χωρίς να διαφαίνεται διέξοδος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που έγκυροι δυτικοί οργανισμοί, ακόμα και το ΔΝΤ, προβλέπουν εκτεταμένη κοινωνική αναταραχή στην Ευρώπη, αλλά και αρνητικές εκλογικές-πολιτικές επιπτώσεις για την προεδρία Μπάιντεν.

Κοινωνική αναταραχή και ρωσική απειλή

Είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι ο Πούτιν έχει πολιτικά επενδύσει σ’ αυτή την προοπτική, προσδοκώντας ότι η κοινωνική αναταραχή θα ρηγματώσει τη στράτευση της Ευρώπης πίσω από τις ΗΠΑ στο Ουκρανικό. Ειδικά, μάλιστα, όταν οι Αμερικανοί αρνούνται να προμηθεύσουν τους Ευρωπαίους με φυσικό αέριο και πετρέλαιο, προκειμένου να δημιουργήσουν δικά τους αποθέματα.

Σ’ αυτές τις συνθήκες –προσδοκά ο Πούτιν– πολλοί Ευρωπαίοι θα αναρωτηθούν εάν αξίζει να υφίστανται τέτοιες θυσίες, όταν η ρωσική απειλή γι’ αυτούς είναι τουλάχιστον υπερδιογκωμένη, αφού οι Ρώσοι δεν τα πολυκαταφέρνουν ούτε με τους Ουκρανούς που δεν είναι στο ΝΑΤΟ. Και βεβαίως αυτό το κλίμα θα ασκήσει πίεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες βλέπουν την εκλογική άνοδο της Ακροδεξιάς, ή αλλιώς της Νέας Δεξιάς, η οποία κατά κανόνα βλέπει με άλλα μάτια τη Ρωσία του Πούτιν από τον τρόπο που την βλέπουν οι συγκλίνοντες (νεο)φιλελεύθεροι της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς.

Είναι η πρόταξη αυτού του πολιτικού στόχου επαρκής εξήγηση για τη συγκρατημένη στάση του Ρώσου προέδρου στο ουκρανικό μέτωπο; Είναι πολύ πιθανόν, αν και κατηγορηματική απάντηση δεν μπορεί να δοθεί. Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να ξεκαθαρίσουν το τοπίο, παρότι είναι μάλλον υπεραισιόδοξο να αναμένει κανείς μία σύντομη λήξη του πολέμου. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι από αυτούς που δεν μπορούν να τελειώσουν με κάποιον συμβιβασμό…

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top