Πολιτικός Επιτήμων – Επικοινωνιολόγος
Το ξημέρωμα του Σαββάτου, η Ουάσιγκτον επέλεξε να μεταφέρει τη σύγκρουσή της με το καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο σε μια ζώνη που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητη ακόμη και για τους πιο κυνικούς αναλυτές των διεθνών σχέσεων: στη σύλληψη εν ενεργεία αρχηγού κράτους από ξένη δύναμη, με στρατιωτικά μέσα, και στην εξαγγελία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «τρέξουν» τη χώρα έως ότου ολοκληρωθεί μια «ορθή μετάβαση».
Από την «επιβολή του νόμου» στη διακυβέρνηση ξένης χώρας
Η σύλληψη του Μαδούρο δεν είναι απλώς μια κορύφωση της αντιπαράθεσης με μια αυταρχική κυβέρνηση που κατηγορείται εδώ και χρόνια για καταστολή, διαφθορά και εμπλοκή σε παράνομα δίκτυα. Είναι ένα γεγονός που φέρνει στην επιφάνεια ταυτόχρονα τρία δύσκολα, αλληλένδετα πεδία: τη συνταγματική τάξη των ίδιων των ΗΠΑ, το διεθνές δίκαιο και τη στρατηγική λογική της αμερικανικής ισχύος σε μια εποχή όπου η έννοια της κυριαρχίας χρησιμοποιείται, διαστρέφεται και εργαλειοποιείται από όλους.
Η κυβέρνηση Τραμπ επέμεινε να παρουσιάσει την επιχείρηση ως μια μορφή επιβολής του νόμου, στηριγμένη σε αμερικανικά κατηγορητήρια για ναρκωτικά και όπλα. Όμως οι δηλώσεις του ίδιου του προέδρου ότι οι ΗΠΑ σκοπεύουν να «διοικήσουν» τη Βενεζουέλα, έστω προσωρινά, υποχρεώνουν κάθε σοβαρή ανάλυση να μετακινηθεί από το επίπεδο της επικοινωνίας στο επίπεδο της νομιμότητας και των συνεπειών. Διότι εδώ δεν κρίνεται μόνο η τύχη ενός καθεστώτος. Κρίνεται και το προηγούμενο που δημιουργείται για το τι επιτρέπεται να κάνει μια υπερδύναμη, όταν κρίνει ότι η ιστορία τής χρωστά μια «λύση».
Η επιχείρηση «Absolute Resolve» και η αρχιτεκτονική της ισχύος
Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή, ο πρόεδρος Τραμπ έδωσε την εντολή για τη σύλληψη του Μαδούρο αργά την Παρασκευή. Ο στρατηγός Νταν Κέιν, πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι η αποστολή, με την κωδική ονομασία «Absolute Resolve», ξεκίνησε άμεσα και ολοκληρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Το επιχειρησιακό σκέλος ήταν ενδεικτικό κλίμακας που δύσκολα παραπέμπει σε «καθαρή» αστυνομική επιχείρηση.
Ο στρατηγός Κέιν περιέγραψε μια κινητοποίηση περίπου 150 αεροσκαφών σε όλο το δυτικό ημισφαίριο, με στόχο την εξουδετέρωση της αεράμυνας της Βενεζουέλας, ώστε να μπορέσουν στρατιωτικά ελικόπτερα να μεταφέρουν δυνάμεις στο Καράκας. Η συνολική διάρκεια της επιχείρησης, όπως ανέφερε, ήταν περίπου δύο ώρες και είκοσι λεπτά. Ο Τραμπ παραδέχθηκε δημοσίως ότι οι αμερικανικές δυνάμεις συνάντησαν «σημαντική αντίσταση», ενώ ο στρατηγός Κέιν δήλωσε ότι ο Μαδούρο και η σύζυγός του «παραδόθηκαν» και τέθηκαν υπό κράτηση.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον Τραμπ, το ζεύγος μεταφέρθηκε στο USS Iwo Jima, ένα από τα αμερικανικά πολεμικά πλοία που επιχειρούσαν στην Καραϊβική. Την ίδια ώρα, το Καράκας κατήγγειλε στρατιωτικές επιθέσεις στην πρωτεύουσα και σε άλλα σημεία της χώρας, ενώ βίντεο που κυκλοφόρησαν και επαληθεύθηκαν από διεθνή μέσα έδειχναν καπνό κοντά στο αεροδρόμιο La Carlota και εκρήξεις που αντιστοιχούσαν σε πλήγματα στην ευρύτερη περιοχή.
Η ίδια η επιχειρησιακή κλίμακα, όμως, δεν είναι το μόνο κομβικό στοιχείο. Είναι και το πολιτικό συμπέρασμα που ο Τραμπ επέλεξε να εξαγγείλει αμέσως μετά: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «τρέξουν» τη Βενεζουέλα μέχρι να γίνει αυτό που αποκάλεσε «ασφαλής, ορθή και συνετή μετάβαση». Από εκείνη τη στιγμή, η συζήτηση δεν θα μπορούσε παρά να μεταφερθεί στο ερώτημα: με ποια ακριβώς εξουσία;
«America is going to run Venezuela»: όταν η ρητορική δημιουργεί νομικό κενό
Η πολιτική βαρύτητα της φράσης δεν βρίσκεται μόνο στη γεωπολιτική της πρόκληση, αλλά κυρίως στις νομικές και θεσμικές συνέπειες που επιφέρει. Διότι άλλο είναι να ισχυριστείς ότι συνέλαβες έναν κατηγορούμενο στο πλαίσιο δίωξης για εγκληματικές πράξεις, και άλλο να διακηρύξεις ότι θα ασκήσεις διοίκηση σε κυρίαρχη χώρα, έστω «προσωρινά».
Στο σημείο αυτό, η δημόσια θέση του Τραμπ φάνηκε να στηρίζεται στην ιδέα ότι αρκεί η συνεργασία της αντιπροέδρου του Μαδούρο, της Ντέλσι Ροντρίγκες, ώστε η «διοίκηση» να μην απαιτήσει άμεση αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Ερωτηθείς αν αμερικανικά στρατεύματα θα αναπτυχθούν για να βοηθήσουν στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, απάντησε ουσιαστικά ότι όχι, εφόσον η αντιπρόεδρος «κάνει αυτό που θέλουμε». Η φράση αυτή, όμως, δημιουργεί μεγαλύτερα ερωτήματα από όσα λύνει: τι ακριβώς σημαίνει «να κάνει αυτό που θέλουμε» μια συνταγματικά προβλεπόμενη διάδοχος εξουσίας; Και τι θα συμβεί αν αρνηθεί;
Η καθηγήτρια Ρεμπέκα Ίνγκμπερ, ειδική στο διεθνές δίκαιο και πρώην ανώτατο στέλεχος του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, το διατύπωσε με τρόπο ωμό και χωρίς περιστροφές, ακριβώς επειδή τα ερωτήματα δεν είναι ρητορικά αλλά νομικά: «Αυτό ακούγεται σαν παράνομη κατοχή κατά το διεθνές δίκαιο, και δεν υπάρχει καμία εξουσιοδότηση που να επιτρέπει στον πρόεδρο να το πράξει βάσει του εσωτερικού δικαίου». Και πρόσθεσε κάτι ακόμη πιο κρίσιμο για όσους γνωρίζουν πώς πραγματικά λειτουργεί η αμερικανική διοίκηση: ακόμη κι αν υπήρχε πολιτική βούληση, μια τέτοια «διοίκηση» απαιτεί χρηματοδότηση, άρα περνά υποχρεωτικά από το Κογκρέσο.
Η σύγκριση με τον Παναμά του 1989 επανέρχεται εδώ όχι ως ιστορική παρομοίωση, αλλά ως εργαλείο κατανόησης του τι μπορεί και τι δεν μπορεί να ισχυριστεί μια υπερδύναμη χωρίς να εκτεθεί θεσμικά. Στον Παναμά, ο Γκιγιέρμο Εντάρα, που θεωρήθηκε νικητής των εκλογών πριν ο Νοριέγα ακυρώσει το αποτέλεσμα, ορκίστηκε γρήγορα πρόεδρος σε αμερικανική βάση, αλλά κυβέρνησε ο ίδιος τη χώρα, με αμερικανική στήριξη. Ο Τζορτζ Μπους δεν ισχυρίστηκε ότι οι ΗΠΑ θα διοικούσαν άμεσα τον Παναμά ως δύναμη κατοχής. Η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας του προβλήματος.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.

Δημοσίευση σχολίου