GuidePedia

0


Γιώργος Σκαφιδάς
Ο Αμερικανός Γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιχαμ επέλεξε να ανεβάσει τους τόνους. «Δεν θα ανεχτώ καμία επίθεση εναντίον των Κούρδων συμμάχων μας», έγραψε σε ανάρτηση του στις 14 Ιανουαρίου, προειδοποιώντας με «έντονη αντίδραση εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών» εάν η πλευρά της Τουρκίας και της μεταβατικής συριακής κυβέρνησης του Άχμεντ αλ Σάρα συνεχίσουν να προελαύνουν ενάντια στους Κούρδους συμμάχους των ΗΠΑ στη Συρία.

Ο πολιτικός των Ρεπουμπλικανών δεν μιλούσε εξ ονόματος της ομοσπονδιακής διοίκησης των ΗΠΑ όταν έγραψε τα προαναφερθέντα.

Είναι, ωστόσο, ένας πολιτικός ο οποίος διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ καθώς και με την πλευρά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ενδεικτικά, τα τελευταία 24ωρα βρέθηκε μαζί με τον Τραμπ μέσα στο Air Force One, αλλά και στο Ισραήλ το οποίο επισκέφθηκε για πολλοστή φορά.

Ο Γκρέιχαμ επανήλθε στο ίδιο θέμα με νέα ανάρτηση στις 16 Ιανουαρίου στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ανησυχώ ολοένα και περισσότερο ότι η νέα συριακή κυβέρνηση ευθυγραμμίζεται με την Τουρκία χρησιμοποιώντας στρατιωτική βία εναντίον των Σύρων Κούρδων, οι οποίοι είναι ο ισχυρότερος σύμμαχός μας ενάντια στο ISIS. Οι Κούρδοι της Συρίας φρουρούν, επίσης, περίπου 9.000 από τους χειρότερους κρατούμενους του ISIS. Είναι προς το συμφέρον της εθνικής μας ασφάλειας να μην επιστρέψουν αυτοί οι κρατούμενοι στο πεδίο της μάχης […] Εάν υπάρξει κλιμάκωση των επιθέσεων εναντίον των Κούρδων από συριακές δυνάμεις που υποστηρίζονται από την Τουρκία, αυτό θα δημιουργήσει μια εντελώς νέα δυναμική. Πιστεύω ότι θα υπήρχε ευρεία και βαθιά διακομματική υποστήριξη (σ.σ. στο αμερικανικό Κογκρέσο) για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας δράσης. Αν κάποιος πιστεύει ότι εγώ ή οποιοσδήποτε από τους συναδέλφους μου θα νιώθαμε άνετα – σε αυτό το στάδιο – με το να φυλάσσονται οι κρατούμενοι του ISIS από τον συριακό στρατό ή την Τουρκία αντί για τους Κούρδους, κάνει μεγάλο λάθος».

Οι αιχμηρές προειδοποιήσεις του Αμερικανού αναδεικνύουν -ή μάλλον επαναφέρουν- μια σειρά από ζητήματα που συζητούνται εδώ και καιρό σε σχέση με τη μετά Άσαντ Συρία και το μέλλον της:

Τι θα γίνει με τις περιοχές που τελούν υπό κουρδικό έλεγχο στη βόρεια Συρία, ένθεν και ένθεν του ποταμού Ευφράτη; Θα συνεχίσουν να τελούν υπό κουρδικό έλεγχο;

Τι θα γίνει με τις υπό κουρδική διοίκηση Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF); Θα ενσωματωθούν στον νέο «εθνικό» συριακό στρατό, όπως είχε θεωρητικώς συμφωνηθεί τον Μάρτιο του 2025; Θα συνεχίσουν να υπάρχουν ως μερικώς ή πλήρως αυτόνομη δύναμη;

Τι θα γίνει με τις φυλακές όπου κρατούνται χιλιάδες τζιχαντιστές του άλλοτε καλούμενου ισλαμικού κράτους στη βόρεια Συρία (με τον καταυλισμό αλ Χολ επί παραδείγματι και τον έλεγχό του); Θα συνεχίσουν να τις φρουρούν οι Κούρδοι, με την υποστήριξη (όχι μόνο τη στρατιωτική, αλλά και την οικονομική) των Αμερικανών;

Ως προς όλα τα προαναφερθέντα, οι απόψεις ακόμη διίστανται στη Συρία, 13 μήνες έπειτα από την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ, ενώ όμως οι δυνάμεις της Δαμασκού δείχνουν πια να κερδίζουν έδαφος.

Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν στις 18 Ιανουαρίου – και φαίνεται να έχουν γίνει αποδεκτά από τη διοίκηση των SDF, η Δαμασκός παρουσιάζεται πια να επιβάλει τους όρους της στους Κούρδους και να επεκτείνει σημαντικά τις περιοχές ελέγχου της στα βόρεια και βορειοανατολικά. Υπενθυμίζεται ωστόσο και τον περασμένο Μάρτιο οι δύο πλευρές υποτίθεται ότι είχαν καταλήξει σε μια συμφωνία που όμως δεν εφαρμόστηκε.

Οι Κούρδοι παρουσιάζονταν μεν διατεθειμένοι να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις, χωρίς όμως να απολέσουν τα κεκτημένα της (ημι)αυτονομίας, ειδικά έναντι δυνάμεων που έχουν την στήριξη της Τουρκίας την οποία ειδικά οι Κούρδοι έχουν άλλωστε πολλούς λόγους να μην εμπιστεύονται. «Με το 25% των εδαφών της Συρίας υπό τον έλεγχό τους, εδαφών που φιλοξενούν έως και το 80% των ενεργειακών πόρων της χώρας, οι SDF έχουν πολλά να χάσουν», σχολίαζε χαρακτηριστικά ο Τσαρλς Λίστερ του Middle East Institute.

Η τουρκική ηγεσία από την άλλη πλευρά, το έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει απερίφραστα: Επιθυμεί τον αφοπλισμό και τη διάλυση των SDF, τις οποίες αντιμετωπίζει ως παρακλάδι του PKK, και την επέκταση της τουρκικής (άμεσης κι έμμεσης) επιρροής στη βόρεια Συρία, ενώ ειδικά για τις φυλακές όπου κρατούνται οι τζιχαντιστές έχει υποστηρίξει ότι θα μπορούσαν να περάσουν υπό (έμμεσο ή άμεσο) τουρκικό έλεγχο.

Οσο για την κυβέρνηση του Αλ Σάρα στη Δαμασκό, εκείνη θα ήθελε ιδανικά να καταφέρει κάποια στιγμή να θέσει υπό τον έλεγχό της το σύνολο της συριακής επικράτειας, πράγμα που ακόμη δεν έχει καταφέρει.

Όλα αυτά τα αγκάθια επανέρχονται πια στο προσκήνιο, έπειτα από τις μάχες που σημειώθηκαν το περασμένο διάστημα στις περιοχές δυτικά αλλά και ανατολικά του Ευφράτη, μεταξύ δυνάμεων που πρόσκεινται στη μεταβατική κυβέρνηση της Δαμασκού από τη μία πλευρά (στο πλευρό της οποίας έχει πάρει θέση η Άγκυρα) και Κούρδων (SDF) από την άλλη.

Αρχικά, από τις 5 έως και τις 11 Ιανουαρίου (και κυρίως το διάστημα μεταξύ 6 και 10 Ιανουαρίου), η ένταση χτύπησε κόκκινο γύρω από το Χαλέπι εν μέσω συγκρούσεων, που έληξαν με τη νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων και την αποχώρηση των Κούρδων από τις περιοχές Σέιχ Μασούντ και Ασραφίγια.

Επειτα από εκείνες τις μάχες, δυτικοί αναλυτές έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να δούμε κι άλλες συγκρούσεις ανατολικά του Χαλεπίου, προς την περιοχή Ντέιρ Χάφερ και, ενδεχομένως, ακόμη ανατολικότερα.

Τούρκοι αναλυτές (κι όχι μόνο Τούρκοι) υπογράμμιζαν με νόημα ότι σε κάποιες από τις περιοχές που ακόμη παραμένουν υπό τον έλεγχο των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) ζουν όχι κουρδικές αλλά αραβικές πλειοψηφίες και φυλές που ενδέχεται να εξεγερθούν ενάντια στην κουρδική διοίκηση των SDF.

Οι προαναφερθείσες προειδοποιήσεις έπαψαν να είναι απλά σενάρια τα περασμένα 24ωρα, όταν οι κυβερνητικές δυνάμεις της Δαμασκού, που προφανώς δεν πτοήθηκαν από τις προειδοποιήσεις του Γκρέιχαμ, συνέχισαν την προέλασή τους ανατολικά του Ευφράτη, παίρνοντας τον έλεγχο στρατηγικών σημείων και ενεργειακών κοιτασμάτων που επί σειρά ετών ήλεγχαν οι Κούρδοι στις περιοχές της Ράκα και της Ντέιρ αλ Ζορ.

Οι πρόσφατες συγκρούσεις δεν ήταν οι πρώτες της μετά Άσαντ εποχής. Είχαν προηγηθεί κι άλλες: τον Μάρτιο του 2025 στα δυτικά, με θύματα κυρίως αλαουίτες, και έπειτα τον Ιούλιο του 2025 στα νοτιοδυτικά (Σουέιντα), μεταξύ Δρούζων και σουνιτών Βεδουίνων…

Από τις αρχές του 2025, η Συρία έχει ζήσει εσωτερικές συγκρούσεις, εξωτερικές παρεμβάσεις (από Τουρκία, Ισραήλ), πλήγματα προερχόμενα από το εξωτερικό (από Τουρκία, Ισραήλ, ΗΠΑ) και σειρά από τρομοκρατικές επιθέσεις (τον Ιούνιο του 2025 στον ελληνορθόδοξο ναό του Προφήτη Ηλία στη Δαμασκό, τον Δεκέμβριο του 2025 κατά Αμερικανών στην Παλμύρα κ.ά.).

Βεδουίνοι, Δρούζοι, Κούρδοι, συρορθόδοξοι χριστιανοί, αλαουίτες, πρώην (και νυν) τζιχαντιστές, σιίτες και σουνίτες διαφορετικών τάσεων καλούνται να συνυπάρξουν σε μια μετεμφυλιακή Συρία, στην οποία όμως διεκδικούν επιρροή πολλοί: η Τουρκία (που στηρίζει τη μεταβατική κυβέρνηση του Άχμεντ αλ Σάρα), το Ισραήλ (που είναι κοντά στους Δρούζους και στους Κούρδους), το Ιράν (που συνδέεται με τους αλαουίτες), τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (που είναι κοντά στους Δρούζους) και η Σαουδική Αραβία (που έχει προσεγγίσει τη μεταβατική κυβέρνηση στη Δαμασκό).

πηγή


Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

Δημοσίευση σχολίου

 
Top