GuidePedia

0

Αλα, άλα… «Μάλιστα, κύριε… Ζαμπέτα». Ο στίχος από το τραγούδι του αξέχαστου μάστορα του τραγουδιού αποτελεί ακόμα και σήμερα σλόγκαν στις καθημερινές συνομιλίες των ανθρώπων. Αγαπήθηκε πολύ. Αλλά δεν κατανοήθηκε στην εποχή του. Ο στίχος αυτός αποτελεί κι ένα προσωπικό ξέσπασμα του Γιώργου Ζαμπέτα, του πιο καλού τού μαθητή, που πίσω από το λαμπερό πρόσωπο έκρυβε την καταπίεση από δικούς του και άλλους ανθρώπους.Αγνωστες πτυχές της προσωπικής και καλλιτεχνικής ζωής του δημιουργού που σημάδεψε με τη μουσική και τα τραγούδια του μια ολόκληρη εποχή.....
και συνεχίζει να εμπνέει νέους τραγουδοποιούς ξετυλίγονται στις σελίδες του βιβλίου, με το ιδιαίτερο προσωπικό αφαιρετικό και ξεκούραστο στιλ του συγγραφέα. Προλογίζει ο Μίμης Πλέσσας.


«…Χαίρω που σήμερα βρισκόμαστε πλάι-πλάι, όταν οι ατάλαντοι αντιγραφείς ανακατεύουν τις πενιές μας, τα κουπλέ και τα ρεφρέν μας και ευτυχώς οι επιτυχίες τους δεν κρατούν πολύ, γιατί τίποτα δεν θα αντικαταστήσει ένα τραγούδι του Γιώργου, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Γιώργη μου… το ‘ξερες πάντα. Το αληθινό χρυσάφι δεν σκουριάζει…


Μπαρμπέρικο με ζεϊμπεκιές

Μια περιπλάνηση από τα πρώτα χρόνια στο Μεταξουργείο, στη γειτονιά του Κίκιζα, στο μπαρμπέρικο του πατέρα του, μέχρι το τέλος…

“Τι θα κάνουμε με σένα, ρε Γιώργο; Χασικλή και πρεζάκια σαν το Μάρκο θα σε κάνουμε;” τον ρωτούσε ο θείος του ο Μανώλης, που περνιόταν ο πιο μορφωμένος της οικογένειας, όταν ο μικρός Γιώργος τις Κυριακές ξεκρέμαγγε το μπουζούκι του πατέρα και μεθούσε η γειτονιά από μεράκια και πενιές και πεταγόταν η γιαγιά Φραγκούλαινα κι έριχνε τσίφτικα τις ζεϊμπεκιές της.

Το 1938 κοντά στο μπαρμπέρικο του πατέρα είχε πιάσει δωμάτιο ένας νεαρός σπουδαστής από τα Τρίκαλα. Για να τα βγάλει πέρα ο νεαρός έπιασε δουλειά σε μια παρακείμενη ταβέρνα, τα “Μπιζέλια”. Κάθε βράδυ στην κατάμεστη αίθουσα έπαιζε μπουζουκάκι και σιγοντάριζε τον Στράτο Παγιουμτζή. Αρκετές φορές ο νεαρός περνούσε από το μπαρμπέρικο του πατέρα για να μάθει μυστικά γύρω από το αγαπημένο του όργανο.


Το Μάρτη του 1940 η οικογένεια Ζαμπέτα μετακόμισε στο Αιγάλεω (το αγαπημένο του Αιγάλεω Σίτι, όπως το έλεγε χαρακτηριστικά), στην Ιερά Οδό στο νούμερο 309. Για να μη διακόψει από το 4ο Γυμνάσιο ο Γιώργος πηγαινοερχόταν με τα πόδια στο Μεταξουργείο.

Με την έναρξη του πολέμου έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο καλωδίων, που οι Γερμανοί το μετέτρεψαν σε σαπουνάδικο.
Οταν ο μικρός Ζαμπέτας απέκτησε το πρώτο του μπουζούκι, ο πατέρας ζήτησε από τον γιο του να παίξουν ντουέτο. Εκτοτε τόνιζε όλο νόημα στη γυναίκα του: “Να μου το θυμηθείς, Μαρίκα, μια μέρα ο μικρός θα γίνει πολύ μεγάλος στο όργανο”»!

«Κοιμότανε στις ρεματιές για να γλιτώσει από τους Γερμαναράδες»
Τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και η δουλειά στο εργοστάσιο για ένα πιάτο φαΐ
«Το 1941, που όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, έφτιαξε το πρώτο του συγκρότημα. Με τούτα και με κείνα κυλούσε η Κατοχή και ο Γιώργος συνέχισε να δουλεύει στο εργοστάσιο για ένα πιάτο φαΐ. Το χειρότερο ήταν που τα βράδια κοιμότανε στις ρεματιές για να γλιτώσει από τους Γερμαναράδες».
Στου «Γιαννάκη τον τεκέ» τον Οκτώβρη του 1944 «...συνήθιζε να πηγαίνει με το μπουζουκάκι του. Με ένα σάλτο ανέβαινε στο πάλκο, ακολουθούσε η κομπανία του κι άρχιζε ένα γλέντι τρικούβερτο.
Κι ενώ κοίταζε να νοικοκυρευτεί, ξαφνικά εν έτει 1946 εκλήθη να υπηρετήσει στην αεροπορία.
Γύρω του πλήθη τα αεροποράκια τραγουδούσαν μαζί του όλο πάθος:
“Γεια σου Ζαμπέτα νταλκαδιάρη!”

Παίρνοντας μετάθεση για το Τατόι βρέθηκε στο θρανίο για τεχνίτης αεροσκαφών. Τότε, για να αποφύγει τις ταλαιπωρίες στις πίστες έκανε τον τρελό.

Το Μάιο του 1947 μετατέθηκε στο χασάνι, το αεροδρόμιο του Ελληνικού. Τότε συνέπεσε να δολοφονηθεί στον Αϊ-Γιώργη τον Καρύτση ο υπουργός Δικαιοσύνης Λαδάς και η Αθήνα κηρύχτηκε σε κατάσταση πολιορκίας. Μέσα στο γενικό χαμό απαγορεύτηκαν μέχρι και οι χοροί στα μαγαζιά. Αλλά ο Γιώργος έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια όλες τις απαγορεύσεις. Ετσι, κάθε βράδυ έσπευδε απτόητος για κρασί σε παρακείμενο ταβερνάκι. Κι ενώ όλα έβαιναν καλώς, μία νύχτα, πηγαίνοντας σουρωμένος στη σκοπιά, δέχτηκε έφοδο. Μη έχοντας επαφή με την πραγματικότητα, ξέχασε σύνθημα, παρασύνθημα και πυροβόλησε στον αέρα. Την επομένη στιγμή οι εφοδεύοντες τράπηκαν εις άτακτη φυγή, σκέτες καρικατούρες γελοιογραφίας.

Μετά από μερικές μέρες, χάρη στον πυροβολισμό βρέθηκε προφυλακισμένος στις φυλακές του Τατοΐου. Δεν πέρασε πολύς καιρός όταν μηνύθηκε και από τη μητέρα της Ρούλας για διακόρευση ανηλίκου. Μετά από αυτό εισέπραξε οκτώ μήνες ποινή και οδηγήθηκε στη στενή. Μόνο που στη στενή τα πράματα δεν ήταν και τόσο στενά, καθώς ο Γιώργος ξεθεώθηκε να παίζει… τάβλι και ρακέτες»…


Από τον Μητσάκη στον «Θανάση»

Το 1951 ο Γιώργος Ζαμπέτας έκλεισε με τον Μητσάκη στη «Γωνιά της Αθήνας».
«...Στο μυαλό του γύριζαν οι συμβουλές του Μητσάκη.
“Μακριά από πάθη, χαρτιά, ζάρια, ποτά και ναρκωτικά. Οι δυνατοί χαρακτήρες δεν έχουν ανάγκη από τέτοια”.
Εξυπνος άνθρωπος όπως ήταν, άρχισε να εξετάζει όλες τις παραμέτρους της άστατης ζωής του. Το πρωί σηκώθηκε ένας άλλος Ζαμπέτας, καθαγιασμένος. Από δω και στο εξής δεν θα ξανάβαζε στο στόμα του ούτε… μπίρα.
Και πράγματι, αυτό τον όρκο δεν τον παρενέβη μέχρι το τέλος του βίου του».
«...Οταν πέθανε ο Τσάντας, η γυναίκα του βρήκε τον Ζαμπέτα και του έδωσε ένα χαρτί με στίχους…
“Πριν κλείσει τα μάτια του, Γιώργο, άνοιξε για τελευταία φορά την τσάντα του και μου είπε να στα δώσω”.
Ολο συγκίνηση, ο Γιώργος διάβασε τους στίχους επιτόπου. Τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα:
Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά / όλες τις συνοικίες /
Δεν θέλω πολυτέλειες και πολυκατοικίες /
Είχα έναν παλιόφιλο / τα ίχνη του έχω χάσει / σε ένα στέκι απόμερο / το στέκι του Θανάση / Πού ’σαι Θανάση…»


Η δισκογραφία, ο γάτος και ο αράπης

«Εκείνη την περίοδο ο Γιώργος είχε μπει για τα καλά στη δισκογραφία. Πέρα από τα δικά του τραγουδάκια έγραφε και για άλλους συνθέτες 40 δραχμές το κομμάτι. Αρκετές φορές έκανε και σιγόντα για πολύ καλύτερες αμοιβές. Μια φορά που ο Παπαϊωάννου έγραφε, τον κάλεσε στο στούντιο:
“Γιώργο, υπάρχει ένα τραγούδι με τον Καζαντζίδη, ο "Γάτος", και χρειάζομαι επειγόντως γάτο για νιαούρισμα”.
“Να τον βρούμε”.
“Δεν χρειάζεται, τον βρήκαμε, ο γάτος θα είσαι εσύ”.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και ο Γιώργος στο «Δάσος» τα πήγαινε μια χαρά.
Ενα βράδυ ο Βλάχος τον πλησίασε όλο ευαισθησία:
“Ρε συ, εκείνος ο Μάρκος είναι σε κακά χάλια. Να τον πάρουμε στο μαγαζί να βγάλει κανένα φραγκάκι”.
“Και το ρωτάς; Ατάκα να τον φέρεις”.

Την επομένη, ο μέγας Μάρκος (σ.σ.: Βαμβακάρης) ανέβηκε στο πάλκο. Οι πενιές του, αντρίκειες και αισθηματικές, όλο νταλκά και πόνο, χτύπησαν το Γιώργο κατευθείαν στην καρδιά.

Το καλοκαίρι του 1957 ο Γιώργος δούλευε στην “Ψάθα”, στην Ιερά Οδό, κοντά στο ποτάμι. Τότε ήταν που έγραψε κι ένα αράπικο οριεντάλ τραγουδάκι για τον Μανώλη Κανακαρίδη. Oταν ο ακορντεονίστας Σταύρος Χατζηδάκης πήρε το μικρόφωνο και άρχισε να τραγουδάει τον «Αράπη» με το δικό του τρόπο, τη στιγμή που έφτασε στο στίχο “Η μικρή από το Αλγέρι γουστάρει τον αράπη”, κοτσάρισε παραδίπλα για αγαπητικούς της κι άλλους τύπους από το φιλικό του χώρο.
Ακούγοντας οι θαμώνες όλα αυτά τα παραπανίσια ονόματα ξέσπασαν σε χειροκροτήματα».


«Πάμε για Κάννες»

«Μια μέρα πλησίασε τον Ζαμπέτα ο Σπύρος Μερκούρης εκ μέρους του Μάνου Χατζιδάκι. Οπως του είπε, θα γυριζόταν μία ενδιαφέρουσα ταινία και χρειαζόταν τη συμβολή του στο μουσικό μέρος.

Μπαίνοντας στη σάλα είδε ένα πλήθος ανθρώπων να συζητά χαμηλόφωνα. Πριν προλάβει να δει πρόσωπα, τον τράβηξε ο Χατζιδάκις σε ένα διπλανό δωμάτιο με πιάνο. Την επόμενη στιγμή, πατώντας τα πλήκτρα ο ευφάνταστος οικοδεσπότης σχημάτισε μία εντυπωσιακή μελωδία. Με την προτροπή του Γιώργου την επανέλαβε άλλες δύο φορές. Σε πέντε λεπτά ο Ζαμπέτας είχε μάθει τη μελωδία. Τότε γύρισε εκστασιασμένος στο μεγάλο συνθέτη:
“Τι είναι αυτό, ρε Μανώλη, αυτό δεν είναι τραγούδι. Αυτό είναι φανταστικό πράμα!”
“Τι λες, Γιώργο μου;”
“Δεν μου έχει ξανασυμβεί να πιάσω στα χέρια μου τέτοιες νότες. Αυτό το τραγούδι είναι μυστήριο και μου μυρίζει πολλά εκατομμύρια!”
Προς τα τέλη του Απρίλη του ’60 ο καλός του άγγελος Σπύρος Μερκούρης τον επισκέφτηκε μεσάνυχτα στο μαγαζί.
“Γιώργο, βγάλε εισιτήρια κλπ. Πάμε για Κάννες”.
“Δόξες μού μυρίζουνε”.
“Να πάρεις μαζί σου και αρκετούς χορευτές να πηγαίνουν τα πόδια τους…”
“Τι σε μέλλει εσένανε, και τα πόδια τους και ό,τι θες θα πηγαίνουνε…”
Στις Κάννες τούς καλωσόρισαν η Μελίνα και ο Ντασσέν με λουλούδια και φιλιά. Στη συνέχεια πήγαν στο ξενοδοχείο να αναπαυθούν. Το απόγευμα πλύθηκαν, στολίστηκαν και πήγαν να δουν την πολυδιαφημισμένη ταινία με τον παράξενο τίτλο “Ποτέ την Κυριακή”. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προβολής ο Γιώργος ήταν πολύ ανήσυχος.
Οταν επιτέλους τελείωσε η ταινία, ήταν πολύ απογοητευμένος.
“Ρε παιδιά, τι μάπα έργο, χειρότερο και από τα έργα του Ξανθόπουλου. Φοβάμαι πως θα μας δείρουνε. Ευτυχώς που η μουσική τρυπάει μηνίγγια”.
Ο Γιώργος θεωρούσε τον Χατζιδάκι ανεκτίμητο συνεργάτη.
Η δεύτερη συνεργασία μαζί του αφορούσε μια γερμανική παραγωγή με τον τίτλο “Ελλάς, η χώρα των ονείρων”.
Ενα απόγευμα ο Χατζιδάκις τα ’βαλε και με τον Ζαμπέτα. Γράφανε το τραγούδι “Αθήνα”, όταν του εξήγησε να μην παίζει σε κάποια μέτρα. Ελα όμως που άρεσε το μοτίβο στο Γιώργο και όλο γρατζούναγε το μπουζουκάκι του. Οπότε ο Μάνος αντέδρασε λίγο απότομα:
“Γιώργο, δεν σου είπα να μην παίζεις;”
“Μα δεν παίζω”.
“Και τι κάνεις τότε;”
“Σχολιάζω…”»


Τα μεράκια του Καζαντζίδη

Ηταν χειμώνας του ’60 στον «Κήπο του Αλλάχ», όπου ο Γιώργος δέχτηκε επίσκεψη από την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
«...Η σπουδαία στιχουργός γνωρίζοντας τη χρυσή καρδιά του ερχότανε συχνά να εισπράξει χαρτζιλίκι για τη χαρτοπαιξία της. Εκείνο το βράδυ όμως ήταν ιδιαίτερα επιτακτική.
“Έλα εδώ, ρε!”
“Αγάπη μου: ό,τι θέλεις”.
“Δεν έχω να πληρώσω το νοίκι”.
“Πάρε, αγάπη μου, ένα χιλιάρικο”.
“Τόσα πολλά".
“Τόσα και άλλα τόσα για χάρη σου”.
“Ωραία ξηγιέσαι, γι’ αυτό πάρε χάρισμά σου αυτό το τραγουδάκι”.
“Θα το πάρω, αλλά θα το κάνω δίσκο με το όνομά σου για να παίρνεις και τα ποσοστά σου”…
“Μπεμπέκα, έλα να τρελάνουμε όλη την Αθήνα” πρότεινε στη Μπέμπα Μπλανς ο Ζαμπέτας…
“Ξέρεις, Γιώργο, πρέπει να πει το ναι και ο άντρας μου”.
“Τότε, άντε γεια, αλλά στο λέω, εσύ θα μετανιώσεις”...
Οταν συνεργάστηκε με τον Καζαντζίδη στου “Κουλουριώτη”, ένα βράδυ καθώς έπαιζαν έπιασαν τα μεράκια τον Καζαντζίδη. Οπότε έσκυψε στο Ζαμπέτα με φωνή όλο παράπονο:
“Ρε μανίτσα, γουστάρω να παίξεις ένα ταξιμάκι…”
“Ο,τι θέλεις, Στέλιο μου, αλλά θα παίξω ένα αρχαίο τραγουδάκι που θα το πεις εσύ”.
“Ποιο τραγουδάκι;”
“Βαρέθηκα τον αργιλέ, αυτό θέλω να πεις”.
“Φύγαμε!”...
Το Γενάρη του ’63 δέχτηκε πρόσκληση από ένα μαγαζί στο Λονδίνο.
Το χρήμα έπεφτε μπόλικο και ο Ζαμπέτας ήταν όλο χαμόγελα. Το πιο ενδιαφέρον ήταν που γνωρίστηκε με κάποιους μπουζουκόφιλους εφοπλιστές, όπως ο Νομικός, ο Πατέρας, ο Τρίκογλου και ο Περατικός.
Οι εφοπλιστές ήταν όλοι ξετρελαμένοι μαζί του».


Η κόντρα με τον Μίκη

«Τον Σεπτέμβρη του ’63 τον κάλεσε ο Μίκης Θεοδωράκης να συνεργαστούν για το μουσικό μέρος μιας νέας παράστασης. Μόνο που ήταν πολύ επιφυλακτικός με τον μεγαλεπήβολο μουσικοσυνθέτη:
“Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους, Μίκη μου”.
“Γιατί το λες αυτό;”
“Γιατί είσαι μοναχοφαγάς, Μίκη μου".
“Με αδικείς, καθώς σου ξεκαθάρισα πως θα πληρωθείτε κανονικά και τα δυο μπουζούκια”.
“Μα δεν με νοιάζουν τα λεφτά. Με νοιάζει να γραφτεί το όνομά μου στο εξώφυλλο του δίσκου που θα βγει, σόλο μπουζούκι Ζαμπέτας”».
Η συνέχεια, στο βιβλίο του Κώστα Παπασπήλιου που θα κυκλοφορήσει προσεχώς…

Δημοσίευση σχολίου

 
Top