GuidePedia

0


Τσιλιόπουλος Ευθύμιος
Στις αρχές Ιανουαρίου ο υπουργός Εσωτερικών της Τουρκίας Σουλεϊμάν Σοϊλού εξήρε τις επιτυχίες της υπαγόμενης σ’ αυτόν αστυνομίας στον τομέα της δίωξης ναρκωτικών, δηλώνοντας ότι οι δυνάμεις ασφαλείας κατάσχεσαν 114 εκατομμύρια φυτά και 87 τόνους κάνναβης το 2019 αξίας τριών δισ. δολαρίων. Λίγες ημέρες αργότερα το Slpress.gr δημοσιοποίησε ρεπορτάζ που έδειχνε ότι ο Σοϊλού έκανε πλάτες” σε διακινητές τεραστίων ποσοτήτων κοκαΐνης.

Τώρα νέα στοιχεία έρχονται να επιβεβαιώσουν τις σχέσεις του Σοϊλού με εμπόρους ναρκωτικών. Ο ανώτερος υπεύθυνος ασφαλείας της Τουρκίας φέρεται να είναι ο πολιτικός προστάτης των εμπόρων ναρκωτικών. Για την ακρίβεια, οι διάφορες ομάδες του υποκόσμου χρησιμοποιούν με το αζημίωτο κρατικούς αξιωματούχους για να κάνουν τη δουλειά τους, ακόμα και σαν μεταφορείς.

Οι πληροφορίες αυτές κυκλοφόρησαν πρώτα, από τον εξόριστο Τούρκο δημοσιογράφο Σαΐντ Σεφά, ο οποίος βασίστηκε σε δικαστικά έγγραφα. Σύμφωνα με αυτόν, ο υπουργός Εσωτερικών ενεργεί σε συνεννόηση με μια εγκληματική οργάνωση, γνωστή ως “Ομάδα Χακάρι”, προκειμένου να ελέγξει το δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών στην Τουρκία, ξεκινώντας από την είσοδό τους στα ανατολικά σύνορα μέχρι την αποστολή τους σε δυτικές χώρες.

Η εγκληματική οργάνωση Χακάρι

Η οργάνωση Χακάρι αποτελείται από κακοποιούς με καταγωγή από την επαρχία Μαρντίν, οι έχουν βάση των επιχειρήσεων τους την Γικσέκοβα της επαρχίας Χακάρι, κοντά στα σύνορα της Τουρκίας με το Ιράκ και το Ιράν. Μετά την διάλυση της οργάνωσης Γικσέκοβα, τη θέση της πήρε η οργάνωση Χακάρι, η οποία –σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες– εξασφάλισε την πολιτική προστασία του Σοϊλού, τον οποίο θεωρεί ευεργέτη και εκτελεί όποια εντολή της δοθεί.

Ο Σεφά είπε στο κανάλι του στο YouTube ότι «όταν ο Σοϊλού ανακοίνωσε την παραίτησή του, η οργάνωση Χακάρι δήλωσε ανοιχτά την αγωνία και τη δυσαρέσκειά της σε υποκλαπείσες τηλεφωνικές συνομιλίες». Είχε εκφράσει, μάλιστα, την ελπίδα ότι ο Ερντογάν δεν θα δεχόταν ποτέ την παραίτηση, καθώς «είχαν μόλις τοποθετήσει τα γρανάζια για να γυρίσουν οι τροχοί».

Σε αντίθεση με πολλούς από τους προκατόχους του, ο Σοϊλού επισκέπτεται τακτικά το Χακάρι και τις γειτονικές επαρχίες στη συνοριακή περιοχή (εκεί δρουν και αντάρτες του ΡΚΚ) με τον επικεφαλής της χωροφυλακής στρατηγό Αρίφ Τσετίν. Οι επισκέψεις, που παρουσιάzoνται ως επιθεωρήσεις μέτρων ασφαλείας, στην πραγματικότητα είναι προπέτασμα καπνού για να γίνεται επιτόπου η διαχείριση του ναρκεμπορίου. «Ο Αρίφ Τσετίν συνδέεται επίσης άμεσα με την οργάνωση Χακάρι και κάθε μήνα παίρνει μεγάλα χρηματικά ποσά σε βαλίτσες και δώρα για τη σύζυγό του», ισχυρίστηκε ο ίδιος δημοσιογράφος, ο οποίος ζει αυτοεξόριστος στον Καναδά.

Η άλωση της τουρκικής αστυνομίας

Στον ιστό του τουρκικού οργανωμένου εγκλήματος δεσπόζουσα προσωπικότητα θεωρείται ο Μεχμέτ Κεμάλ Αγάρ, διαβόητος εθνικιστής, πρώην αρχηγός της Αστυνομίας και υπουργός Ασφαλείας. Αυτός θεωρείται ότι καθοδηγεί τον Σοϊλού. Ο Αγάρ έστησε μια αστυνομική επιχείρηση για μαζική εκκαθάριση κυκλωμάτων ναρκεμπορίου το 2014 για να καθαρίσει το έδαφος στις παράνομες επιχειρηματικές δραστηριότητες του περιβάλλοντος Ερντογάν. Υπενθυμίζουμε ότι την περίοδο 2012-14 η τουρκική αστυνομία είχε αποκαλύψει με επεμβάσεις της κάποιες μυστικές και παράνομες επιχειρήσεις.

Το μεγαλύτερο μέρος της ηγεσίας της αστυνομίας αποδεκατίστηκε από το καθεστώς Ερντογάν, με την κατηγορία ότι ήταν γκιουλενικοί. Το καθεστώς, λοιπόν, στρατολόγησε τον πολύπειρο Αγάρ για να “αναμορφώσει” την αστυνομία, που διαθέτει 300.000 στελέχη. Ο Αγάρ τοποθέτησε παλιούς συνεργάτες του, εθνικιστές και πρόσωπα καταδικασμένα για δεσμούς με τη μαφία, στη Γενική Διεύθυνση Ασφαλείας (Emniyet). Στη συνέχεια, οι πολιτικά υποκινούμενες ποινικές διώξεις δρομολογήθηκαν από το δίδυμο Σοϊλού-Αγάρ σε συντονισμό με το γραφείο του Ερντογάν.

Τα ναρκωτικά φτάνουν από τις χώρες παραγωγής και μεταφέρονται σε επαρχίες κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Σε αυτές τις επαρχίες, κρατικοί αξιωματούχοι, αλλά κυρίως δικαστές, εισαγγελείς, αστυνομικοί και στελέχη της ΜΙΤ βοηθούν στη μεταφορά των ναρκωτικών σε σακούλες, βαλίτσες και χειραποσκευές, καθώς εξαιρούνται από οδοφράγματα και έρευνες. «Όλες αυτές οι συναλλαγές καταγράφονται και τεκμηριώνονται», λέει ο ερευνητής δημοσιογράφος Σεφά, προσθέτοντας τα στοιχεία δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ποινικές διώξεις, λόγω της πολιτικής κάλυψης που παρέχει ο Σοϊλού.

Ακόμη και διπλωμάτες στον ρόλο των διακινητών

Εκτός Τουρκίας, ως μεταφορείς χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και διπλωμάτες. Ο Βαϊζέλ Φιλίζ, πρώην σύμβουλος Τύπου στην τουρκική πρεσβεία των Βρυξελλών, συνελήφθη τον Δεκέμβριο 2020 για διακίνηση ναρκωτικών, όταν βρέθηκαν 100 κιλά ηρωίνης στο όχημά του, ενώ προσπαθούσε να μπει στη Βουλγαρία από την Τουρκία. Ερευνάται από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Αδριανούπολης (φάκελος 2020/12562). Μένει να δούμε αν η υπόθεση θα φτάσει στο δικαστήριο ή θα “θαφτεί” όπως πολλοί άλλοι.

Ο Φιλίζ δεν είναι άγνωστος στα τουρκικά ΜΜΕ. Τον Σεπτέμβριο 2016, η βελγική αστυνομία διαπίστωσε ότι από την ηλεκτρονική διεύθυνσή του στέλνονταν απειλές σε Τούρκους δημοσιογράφους. Η έρευνα εναντίον του είχε αποσοβηθεί από την τουρκική κυβέρνηση λόγω της πολιτικής και διπλωματικής ευαισθησίας της έρευνας. Πριν από τη σύλληψή του, ο Φιλίζ υπηρετούσε ως εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Μουσουλμανικής Πρωτοβουλίας για την Κοινωνική Συνοχή (EMISCO).

Το ένα τρίτο των ναρκωτικών που φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη διακινείται στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες με πλοία που χρησιμοποιεί ένα πλέγμα που δημιουργήθηκε από τον βαρόνο ναρκωτικών Ούρφι Τσετινκάγια που διαχειρίζεται τώρα ο συγγενής του Χαγιάτι Τσετικάγια. «Ο Χαγιάτι Τσετικάγ συνεργάζεται με ένα άτομο που ονομάζεται Ρεσίτ με ένα άγνωστο επώνυμο, ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του Hotel Oslo», δήλωσε ο δημοσιογράφος.

Η ιστοσελίδα Nordic Monitor διαπίστωσε ότι το Hotel Oslo, που βρίσκεται στην περιοχή Γικσέκοβα της επαρχίας Χακαρί ανήκει σε εταιρεία με την επωνυμία GÜNGÖR Tourism, Textile, Construction and Jewelry, Ltd. Co., που έχει καταχωριστεί στην ίδια διεύθυνση με το ξενοδοχείο. Ένας από τους συνεργάτες της εταιρείας είναι ένα άτομο που ονομάζεται Ρεσίτ Γκιουνγκούρ.
Συνδέσεις με Ιράκ και Ιράν

Ο Τζεβχέρ Χερκί, από τη φυλή Χερκί του βόρειου Ιράκ, επισκέπτεται τον Ρεσίτ κάθε φορά που πηγαίνει στην Τουρκία, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο. Ένα άλλο άτομο με το οποίο ο Χέρκι συναντά τα ταξίδια του στην Τουρκία είναι ο Σοϊλού. Συναντιούνται με το πρόσχημα των συνομιλιών για την οργάνωση των δυνάμεων των Τουρκμένων στο βόρειο Ιράκ που στηρίζει η Τουρκία.

Η Χερκί είναι αρχηγός της φυλής του και ήταν πρόεδρος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ελευθερίας του Κουρδιστάν. Οι Χερκί είναι η δεύτερη μεγαλύτερη φυλή στο Κουρδιστάν. Το μεγαλύτερο μέρος της φυλής ζει στο Ιρακινό Κουρδιστάν, ενώ ένας σημαντικός αριθμός ζει στο Ιρανικό Κουρδιστάν.

Τα δίδυμα αδέλφια Μπεντρεντίν και Αλατίν Σαράλ είναι αρχηγοί μιας ομάδας που βοηθάει στη διακίνηση ναρκωτικών και λαμβάνειν μερίδιο 20 τοις εκατό. «Υπάρχει μόνο ένας λόγος για τον οποίο αυτή η ομάδα μαφίας έχει μερίδιο 20 τοις εκατό: ο Μπεντρεντίν Σαράλ έχει μεγάλο αριθμό συνδέσεων και μεγάλη επιρροή στο AKP , και όποτε πραγματοποιείται επιχείρηση , το μαθαίνει και διαχειρίζεται το πρόβλημα προς όφελος των εμπόρων» είπε ο Σεφά. Η οικογένεια Σαράλ προφανώς ενεργεί ως σύνδεσμος μεταξύ των παράνομων ναρκωτικών και των πολιτικών.

Οι αδελφοί Σαράλ έχουν επίσης διασυνδέσεις με την ΜΙΤ. «Το 2015, διατηρώντας υπό παρακολούθηση την ομάδα Σαράλ, μια αντίπαλη αστυνομική ομάδα πληροφοριών κατέγραψε ότι ο Μπεντρεντίν Σαράλ είχε συναντήσει τον Χακάν Φιντάν [επικεφαλής της MIT] στο Ortaköy της Κωνσταντινούπολης».

Ο Φιντάν έχει επίσης σύνδεση με έναν ιρανό βαρόνο ναρκωτικών που συνελήφθη και απελευθερώθηκε στην Τουρκία το 2018 και δραστηριοποιείται και στις δύο πλευρές των τουρκο-ιρανικών συνόρων. Αυτοί έχουν κοινές ρίζες από την ίδια παραμεθόρια περιοχή κοντά στο Ιράν. Ο Φιντάν φέρεται να συνδέεται με ιρανικές μυστικές υπηρεσίες τις οποίες ενημερώνει σχετικά με την πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης, σύμφωνα με ένα διαβαθμισμένο αρχείο έρευνας του 2014 σχετικά με τις δραστηριότητες των Υπηρεσιών Πληροφοριών των Επαναστικών Φρουρών του Ιράν, στην Τουρκία.

Η σύνδεση του Υπουργείου Εσωτερικών με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών καταγράφηκε για πρώτη φορά σε επίσημα έγγραφα όταν ο Ενγκίν Ντιντς, τότε επικεφαλής του Τμήματος Πληροφοριών της Αστυνομίας, διέταξε έναν αξιωματικό πληροφοριών στην Άγκυρα, τον Γκιβέν Γκιζέλ να συναντηθεί με τους Ιλχάν και Ορχάν Ινγκιάν, γνωστούς αρχηγούς του υποκόσμου. Σύμφωνα με τον Ορχάν Ινγκιάν, ο Σελαμί Αλτινόκ, πρώην υπουργός Εσωτερικών, είναι ξάδερφος του από την πλευρά της μητέρας του. Όπως αντανακλάται στα αρχεία του δικαστηρίου, παραδέχτηκε τη σχέση του με τον Ντιντς και τον Αλτινόκ. Ο Ιρανός βαρόνος μιλώντας σε μια ζωντανή μετάδοση με τη δημοσιογράφο Σεφά παραδέχτηκς ότι είχε επαφή και με τον Ντιντς.

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top