GuidePedia

0

Το τέλος του ευρασιατικού ονείρου του Πούτιν και τα αναβαθμισμένα Βαλκάνια.

Ελλάδα και Τουρκία, χώρες "κλειδιά" για την γεωστρατηγική Δύσης και Ρωσίας.

Γράφει ο δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας

Οι εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή δημιουργούν έναν νέο γεωπολιτικό χώρο, κρίσιμηες σημασίας για τη διαμόρφωση των διεθνών ισορροπιών στα χρόνια που έρχονται, κομβικές χώρες του οποίου θα είναι η Τουρκία και η Ελλάδα.

Την εβδομάδα που μας πέρασε δύο γεγονότα κυριάρχησαν στις διεθνείς εξελίξεις. Το πρώτο ήταν η κατάρριψη του Boeing 777 των Μαλαισιανών αερογραμμών πάνω από την Ανατολική Ουκρανία και το δεύτερο η έναρξη χερσαίων επιχειρήσεων του Ισραηλινού Στρατού στη Λωρίδα της Γάζας.

Τα δύο συμβαντα αναβαθμίζουν ποιοτικά τις γεωστρατηγικές διαστάσεις των συγκρούσεων στηνμ Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή και τις καθιστούν περισσότερο επικίνδυνες και αποσταθεροποιητικές.

Ο μισαλλόδοξος ευρωπαϊκός αντιρωσισμός

Πολλά μπορεί να λεχθούν για τις εν δυνάμει συνέπειες των δύο συγκρούσεων. Για παράδειγμα, η κατάρριψη του Μαλαισιανού επιβατικού αεροσκάφους έχει ήδη χρεωθεί από πλείστα δυτικά κράτη στη ρωσική πλευρά και ενισχύει τα αντιρωσικά στερεότυπα που κυριαρχούν στη μεγαλύτερη μερίδα της ευρωπαϊκής και αμερικανικής κοινής γνώμης. Μάλιστα, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η δυτική κοινή γνώμη την κατάρριψη του Boeing μας δείχνει το πόσο προκατειλημμένη είναι κατά της Ρωσίας: δεν είναι μόνο ότι οι Δυτικοί έσπευσαν να ενοχοποιήσουν τη ρωσική πλευρά πριν ξεκαθαρίσει το ποιος ευθυνεται, είναι και η τάση να παρουσιάζεται η ενέργεια αυτή σαν συνειδητό έγκλημα πολέμου.

Ακόμη κι αν κάποια στιγμή αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ήταν οι ρωσόφωνοι της Ουκρανίας που κατέρριψαν το αεροσκάφος, θα μιλάμε για ένα τραγικό συμβάν που έγινε κατά λάθος, όπως η κατάρριψη ενός Airbus A300 των ιρανικών αερογραμμών από το αμερικανό καταδρομικό Vincennes, εφοδιασμένο με το εξειδικευμένο σύστημα αεράμυνας Aegis, στις 3 Ιουλίου 1988 στον Περσικό Κόλπό. Αποτέλεσμα ήταν να βρουν τον θάνατο και οι 290 επιβαίνοντες στο ιρανικό αεροσκάφος, μεταξύ των οποίων και 66 παιδιά. Αξίζει, μάλιστα, να επισημανθεί ότι αυτό πετούσε εντός του ιρανικού εναέριου χώρου όταν επλήγη από τους αμερικανικούς πυραύλους. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο το συμβάν ναι μεν είχε χρεωθεί στις ΗΠΑ, αλλά δεν τις δαινομοποίησε.

Αντιθέτως, στην περίπτωση του Μαλαισιανού Boeing, παρ’ όλη την ασάφεια που υπάρχει αναφορικά με το ποιος είναι ο υπαίτιος, το συμβάν δεν γίνεται αντιληπτό ως ένα τραγικό και συγχώρητο λάθος, παρά την συνειδητή εγκληματική ενέργεια, για την οποία, μάλιστα, ευθύνεται απευθείας η Ρωσία. Υπό μία έννοια, λοιπόν, η κατάρριψη του Boeing 777 δεν είναι τόσο η αιτία για την ενίσχυση των αντιρωσικών αισθημάτων στη Δύση όσο η ευκαιρία για την επιβεβαίωσή τους. Αποτελεί το ιδανικό συμβάν που δίνει υπόσταση και σχήμα στον διάχυτο αντθιρωσισμό που κυριαρχεί στη Δύση εδώ και χρόνια, έχοντας βαθιές ιστορικές ρίζες.

Υπό το φως αυτής της ανάγνωσης των γεγονότων, μας επιτρέπεται να εξαγάγουμε το συμπέρασμα ότι η προσπάθεια Πούτιν να ρυμουλήσει προς το μέρος της Ρωσίας τη Γερμανία και τη γενικότερη ευρασιατική γεωστρατηγική του Κρεμλίνου θα πρέπει ίσως να αντιμετωπιστούν περισσότερο ως ανεδαφικό βολανταριστικό όραμα παρά ως ρεαλιστική πιθανότητα.

Ακραία ασάφεια και σχιζοφρενικά στοιχεία στη Μέση Ανατολή

Στο μεταξύ, στη Γάζα, η επέκταση των αεροπορικών βομβαρδισμών και η χερσαία εισβολή των ισραηλινών δυνάμεων θέτουν ένα ακόμη ορόσημο στην ιστορία της πολύπαθης Παλαιστίνης και μεταλλάσσουν εκ νέου τους παράγοντες διαμόρφωσης της πολιτικής γεωγραφίας στη Μέση Ανατολή.

Σε πολύ γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι η Ισραηλινή επίθεση στη Γάζα δίνει την ευκαιρία σε αρκετούς «παίκτες» στην περιοχή να διεκδικήσουν προνομιακή θέση «στις καρδιές και το μυαλό» των Αράβων και γενικότερα των μουσουλμάνων, εμφανιζόμενοι ως υποστηρικτές και προστάτες των Παλαιστινίων και σοβαροί αντίπαλοι του Ισραήλ.

Το καθεστώς Άσαντ και το Ιράν ενδέχεται να είναι οι κατεξοχήν δρώντες που μπορούν να παίξουν αυτό τον ρόλο, ενώ σίγουρα μεγάλη θα είναι και η σχετική πρόκληση για το καθεστώς Ερντογάν στην Τουρκία. Βέβαια, η τελευταία μάλλον θα περιοστιστεί σε μία ακραία επιθετική ρητορική, χωρίς όμως να προχωρήσει σε κάτι πιο ουσιαστικό, κατά την πάγια συνήθειά της. Αυτό όμως θα είναι πιθανώς αρκετό για να επαναδημιουργήσει, αν όχι να εμβαθύνει, το χάσμα μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ, το οποίο είχε φαινομενικά περιοριστεί μετά τις αναιμικές προσπάθειες συμφιλίωσης που προέκυψαν κατόπιν αμερικανικών πιέσεων πριν από λίγο καιρό.

Από την άλλη, όπως είχαμε αναφέρει παλαιότερα, η ανεξέλεγκτη επέκταση της δράσης των ισλαμιστών στη Συρία και το Ιράκ «απειλεί» να μετατρέψει το καθεστώς Άσαντ, το Ιράν και τη Χεζμπολάχ σε άτυπους τακτικούς συμμάχους της Δύσης για την αδρανοποίησή τους.

Με άλλα λόγια, προκύπτει μία γεωπολιτική πραγματικότητα γεμάτη αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα –έως και σχιζοφρενικά- στοιχεία. Η μετατροπή της Μέσης Ανατολής σε μαύρη τρύπα ακραίας ασάφειας, ρευστότητας και επικίνδυνων ζυμώσεων εξ αντικειμένου αυξάνει την εν δυνάμει γεωπολιτική αξία περιοχών που συνορεύουν με αυτήν, με προεξάρχουσα την Ανατολική Μεσόγειο.

Η γέννηση ενός κρίσιμου γεωπολιτικού χώρου σε Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειο

Η μεγάλη πρόκληση για τη γεωπολιτική ανάλυση είναι η σύνθεση διαφορετικών συμβάντων και εξελίξεων, έστω κι αν φαίνεται ότι δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Εν προκειμένω, το ζήτημα είναι να μπορέσουμε να εξετάσουμε τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία ως ενιαίο γεωπολιτικό μέγεθος και να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τις εν δυνάμει συνέπειές τους.

Για παράδειγμα, η αναγέννηση του ανταγωνισμού Δύσης και Ρωσίας, εξαιτίας των γεγονότων στην Ουκρανία, εν παραλλήλω με την απρόσμενη επιτυχία του αντιπυραυλικού συστήματος Iron Dome (το οποίο κατάφερε να αναχαιτίσει το σύνολο σχεδόν των ρουκετών που εκτόξευσε εναντίον του Ισραήλ η Χαμάς), ενδέχεται να δώσει αποφασιστική ώθηση στα σχέδια για την ανάπτυξη μίας στρατηγικής αντιπυραυλικής ασπίδας στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που δύναται να έχει τεράστιες μακροπρόσθεσμες γεωπολιτικές συνέπειες σε όλη την υδρόγειο.


Ωστόσο, κατά την άποψη του γράφοντος, η σημαντικότερη δυνητική εξέλιξη, που προκύπτει από την αλληλεπίδραση των εξελίξεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, είναι ότι τείνει να δημιουργηθεί ένας νέος γεωπολιτικός χώρος, ο οποίος ενδέχεται να αποτελέσει το κλειδί των διεθνών εξελίξεων στα χρόνια που έρχονται.

Ο χώρος αυτός είναι το πλέγμα Βαλκανίων – Ανατολικής Μεσογείου – Τουρκίας. Όπως πραναφέρθηκε, οι εξελίξεις στην Ουκρανία ενισχύουν και εμβαθύνουν την αντιπαλότητα Δύσης – Ρωσίας. Έτσι, απομακρύνεται το ενδεχόμενο αποφασιστικής ενίσχυσης των δεσμών της Ρωσίας με ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη και της συνεπακόλουθης δημιουργίας του προπλάσματος μίας ευρασιατικής γεωπολιτικής ενότητας, που θα αποδομούσε τον ευρωατλαντικό κόσμο. Δηλαδή, του μεγέθους που αποτελείται από τις ΗΠΑ και το «προγεφύρωμά» τους, κατά Μπρεζίνσκι, στη Δυτική Ευρώπη, με ενοποιητικό στοιχείο τον Βόρειο Ατλαντικό.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ρωσία ωθείται σε μία εναλλακτική στρατηγική και στην ανάπτυξη μίας ζώνης επιρροής που θα αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, μία περιορισμένη έκδοση του Συμφώνου της Βαρσοβίας που υπήρχε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Όμως, η ζώνη αυτή δεν μπορεί να είναι οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίες πλέον αποτελούν σκληρό πυρήνα της αντιρωσικής Δύσης. Άρα, η Ρωσία ωθείται προς το Νότο, προς τα Βαλκάνια, την Τουρκία και την Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτοχρόνως, η ίδια περιοχή, σε συνδυασμό με κάποιες χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, αναμένεται να κληθεί από πλευράς Δύσης να παίξει τον ρόλο μίας νέας ζώνης ανάσχεσης της Ρωσίας. Ως εκ τούτου, ενδέχεται να αποτελέσει το μήλον της έριδος μεταξύ Δύσης και Ρωσίας στον υπό διαμόρφωση γεωστρατηγικό χάρτη της Ευρασίας.

Η πιθανή αυτή εξέλιξη συνδυάζεται με την επικίνδυνη αύξηση της ασάφειας και της ρευστότητας στη Μέση Ανατολή, που ενισχύει τον εν δυνάμει ρόλο των Βαλκανίων, της Τουρκίας και της Ανατολικής Μεσογείου ως φυλακίων και ορμητηρίων τόσο για τη Δύση όσο και για τη Ρωσία. Κατά συνέπεια, είναι εξαιρετικά πιθανόν, μέσα στα επόμενα χρόνια, να ενισχυθεί αποφασιστικά ο ανταγωνισμός Ρωσίας και Δύσης για τη συγκεκριμένη περιοχή, η οποία πιθανόν να αποτελέσει ένα από τα κλειδιά του μέλλοντος για την παγκόσμια κυριαρχία. Και οι χώρες «κλειδιά» για τον έλεγχο σε αυτή την περιοχή, είναι δύο: η Ελλάδα και η Τουρκία.

περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος 249

O δρ. Κωνσταντίνος Γρίβας διδάσκει το μάθημα της Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και Γεωγραφία της Ασφάλειας και των αφοπλισμών στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

πηγή

Δημοσίευση σχολίου

 
Top