GuidePedia

0

Οι στρατιωτικές ηγεσίες του κόσμου ετοιμάζονται πυρετωδώς για ένα νέο είδος (κυριολεκτικά) ψυχρού πολέμου στην Αρκτική. Όπως πιστεύουν, οι κλιματικές αλλαγές και η αναμενόμενη αύξηση της θερμοκρασίας, θα ανοίξει νέες πηγές φυσικών πόρων, νέους ναυτιλιακούς διαδρόμους και πολύ πιθανόν νέες στρατιωτικές συγκρούσεις. Ήδη, η περιοχή σφύζει από στρατιωτικές δραστηριότητες. Τον περασμένο μήνα, η Νορβηγία ολοκλήρωσε μια μεγάλη στρατιωτική άσκηση με την συμμετοχή 16.300 στρατιωτών από 14 χώρες. Οι συνθήκες ήταν τόσο σκληρές, που πέντε Νορβηγοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους όταν κατέπεσε αεροσκάφος τύπου C-130.
Κάτι ανάλογο έκαναν πριν από δυο μήνες η Αμερική, ο Καναδάς και η Δανία, ενώ πραγματοποιήθηκε και σύσκεψη των αρχηγών των γενικών επιτελείων των μεγάλων αρκτικών δυνάμεων με αντικείμενο τη συζήτηση θεμάτων ασφαλείας της περιοχής. Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι σύντομα αναμένεται πόλεμος στον Βόρειο Πόλο. Όσο όμως αυξάνεται εκεί η ανθρώπινη παρουσία και η εξορυκτική δραστηριότητα, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη ασφάλειας και ο κίνδυνος μιας στρατιωτικής αναμέτρησης.
Σύμφωνα με επίσημα αμερικανικά γεωλογικά στοιχεία, το 13% του πετρελαίου που δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, καθώς και το 30% του φυσικού αερίου, βρίσκονται στην Αρκτική. Και όσο αυξάνεται η θερμοκρασία, τόσο πιο προσβάσιμα στην ναυσιπλοΐα θα είναι τα νερά του Βόρειου Πόλου. Το πώς τα κράτη θα αντιμετωπίσουν τις κλιματικές αλλαγές, είναι ακόμη αβέβαιο. Αυτό όμως δεν εμποδίζει τις στρατιωτικές αρχές των εμπλεκομένων χωρών να ψάχνουν στρατηγικές, με την προοπτική ότι οι τρέχουσες  τάσεις θα συνεχιστούν ως έχουν.
Η Ρωσία, ο Καναδάς, και οι ΗΠΑ είναι οι χώρες με τα μεγαλύτερα διακυβεύματα στην περιοχή. Οι ΗΠΑ, που εξαιτίας των μετώπων του Ιράκ και του Αφγανιστάν, αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, δείχνουν μια σχετική διστακτικότητα στο να εμπλακούν ενεργά στον Βόρειο Πόλο. Παρόλα αυτά, διαθέτουν τον πιο ισχυρό στόλο πυρηνικών υποβρυχίων, που μπορούν να κινούνται κάτω από τον Βόρειο Πόλο επί μήνες.
Από την πλευρά της, η Ρωσία, με το 1/3 του εδάφους της να είναι μέσα στον αρκτικό κύκλο, τηρεί την πιο επιθετική στάση, προσπαθώντας να επιβληθεί ως  η αδιαμφισβήτητη υπερδύναμη της περιοχής.
Όπως λέει ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Rob Huebert, η Ρωσία έχει συνέλθει αρκετά από τις οικονομικές δυσκολίες της δεκαετίας του ‘90, και προσπαθεί να ξαναχτίσει τις «αρκτικές στρατιωτικές δυνατότητες» που είχε στο παρελθόν, οι οποίες αποτελούσαν κλειδί στην γενικότερη ψυχροπολεμική στρατηγική της ΕΣΣΔ. Για αυτό και έχει αυξήσει τις ναυτικές περιπολίες και τις υποβρύχιες δραστηριότητες στην περιοχή.
Αυτή η στάση, οδήγησε και άλλες χώρες της περιοχής (Νορβηγία, Καναδά, και Δανία) στο να ξαναρχίσουν τις στρατιωτικές ασκήσεις που είχαν εγκαταλείψει με την πτώση της ΕΣΣΔ. Ακόμη και μη αρκτικές χώρες, όπως η Γαλλία, έχουν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους για ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων στον Βόρειο Πόλο. Όπως λέει ο Huebert, «μια ολόκληρη θαλάσσια περιοχή που μέχρι πρότινος ήταν αποκλεισμένη, σήμερα ανοίγει… υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επιδρούν, με αποτέλεσμα η στρατιωτική παρουσία στην περιοχή να αυξάνεται συνεχώς».
Σημειώνοντας πως η Αρκτική θερμαίνεται δυο φορές πιο γρήγορα απ ότι ο υπόλοιπος πλανήτης, το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό ανακοίνωσε το 2009 μια στρατηγική τριών σκελών. Όπως λένε οι αρμόδιοι, το αμερικανικό ενδιαφέρον για την περιοχή είναι τεράστιο. Σύμφωνα όμως με πρόσφατες μελέτες της αμερικανικής Ναυτικής Σχολής Πολέμου, οι ΗΠΑ δεν είναι έτοιμες να επιχειρήσουν στην Αρκτική, καθώς στερούνται πλοίων ικανών να πλέουν στον παγωμένο ωκεανό, αλλά και των κατάλληλων επικοινωνιακών συστημάτων. Έτσι, σύμφωνα με τον καθηγητή της σχολής Walter Berbrick, «αντί τα άλλα κράτη να βασίζονται στο αμερικανικό ναυτικό για επιχειρήσεις στην αρκτική, για πρώτη φορά το ναυτικό αυτό θα εξαρτάται από άλλα κράτη για δυνατότητες δράσης, και πόρους…». Πρόσθεσε πως αν και ο πυρηνικός στόλος των ΗΠΑ αποτελεί τεράστιο ατού, οι Αμερικάνοι έχουν πολλά κενά, όπως είναι η παντελής έλλειψη παγοθραυστικών.
Αναγνωρίζοντας πως το μέλλον θα παιχτεί στον Βόρειο Πόλο, η Αμερική ξεκίνησε να ρίχνει μεγάλα χρηματικά ποσά στη μελέτη της κλιματικής αλλαγής, και στις συνέπειες της, συνεργαζόμενη στενά με την επιστημονική κοινότητα, προκειμένου να χαράξει μια κατάλληλη στρατηγική.
πηγή

Δημοσίευση σχολίου

 
Top