GuidePedia

0

Του Νίκου Μελέτη
Αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης που περνά η ίδια η Τουρκία, κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού, είναι η πορεία σύγκρουσης και διαρκούς αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον, καθώς η επιδίωξη του Ταγίπ Ερντογάν να αναδείξει την χώρα του σε «αυτόνομη» περιφερειακή δύναμη που θα διατηρεί στρατηγική σχέση με τη Ρωσία και το Ιράν και θα έχει προτεραιότητες που υπηρετούν τις εθνικές η ακόμη και προσωπικές επιδιώξεις του, δεν δείχνει να είναι συμβατή με τις συμμαχικές υποχρεώσεις στο ΝΑΤΟ αλλά και τις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ στην περιοχή.

Η υπόθεση Μπράνσον δεν είναι παρά μόνο η αφορμή για μια σύγκρουση η οποία σοβεί εδώ και καιρό. Ο Μπράνσον εμβληματική φιγούρα για τους Αμερικανούς Ευαγγελιστές, μια από τις πιο ισχυρές ομάδες που στηρίζουν εκλογικά τον πρόεδρο Τραμπ και έχουν στενές σχέσεις με τον αντιπρόεδρο Πενς, δεν πρόκειται να εγκαταλειφθεί από την Ουάσιγκτον, καθώς πλέον αποτελεί θέμα τιμής για την αμερικανική ηγεσία η απελευθέρωση του.

Όμως είναι το ίδιο δύσκολο για τον Ταγίπ Ερντογάν μετά τα όσα δημοσίως έχουν διαμειφθεί και κυρίως μετά την κάθε άλλο παρά φυσιολογική στάση για συμμάχους, επιβολή εκατέρωθεν κυρώσεων, να δώσει την εντολή στην «ανεξάρτητη» δικαιοσύνη να απελευθερώσει τον Μπράνσον. Θα ήταν κάτι που θα υπονόμευε τη νέα πορεία που έχει χαράξει για τον εαυτό του και την ίδια την Τουρκία.

Ο Ταγίπ Ερντογάν μετά τις εκλογές του Ιουνίου έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα οδηγώντας την Τουρκία σε μια νέα φάση της ιστορίας της. Το 2023 όταν θα ολοκληρώνεται η προεδρική θητεία του (και θα διεκδικεί την επανεκλογή του) θα έχει συμπληρώσει 21 χρόνια στην εξουσία, όταν ο ίδιος ο Κεμάλ Ατατούρκ, θεμελιωτής της Τουρκικής Δημοκρατίας κυβέρνησε μόλις 15 χρόνια.

Στο σχέδιο του αυτό μεταμόρφωσης της Τουρκίας σε ένα ιδιότυπο αυταρχικό προσωποπαγές μόρφωμα με επίφαση δημοκρατικότητας, με έντονο ισλαμοεθνικιστικό προφίλ εξωτερικός «εχθρός» θα είναι πάντοτε χρήσιμος όχι μόνο για τη συσπείρωση του τουρκικού έθνους γύρω από τον ηγέτη και «τιμονιέρη» του, αλλά και για την εξυπηρέτηση του βαθύτερου στόχου του Ερντογάν: να συνδέσει την επανίδρυση της Τουρκίας όπως ο ίδιος την οραματίζεται και με την διεύρυνση της επιρροής της σε περιοχές ακόμη και πέραν των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Τουρκία δεν περιορίζει πλέον το βλέμμα της στα Βαλκάνια και στην Μέση Ανατολή, αλλά κοιτάζει στην Κεντρική και Ανατολική Ασία, και κυρίως στην Αφρική, όπου με όχημα την αναπτυξιακή βοήθεια, και την δημιουργία σχολείων και ιεροδιδασκαλείων, προωθεί το Ισλάμ αλλά και τον φιλοτουρκισμό.

Όμως από το σχέδιο της νέας Τουρκίας κάθε άλλο παρά έχει αφαιρεθεί το ζήτημα της ίδιας της εδαφικής επέκτασης της χώρας της πρώτης που θα συνέβαινε μετά την Αλεξανδρέττα.

Ο τρόπος με τον οποίο η Τουρκία επιχειρεί να πλασαριστεί στο δύσκολο και επικίνδυνο παιγνίδι της Μέσης Ανατολής ελπίζοντας ότι μπορεί να αποσπάσει η ίδια οφέλη στην Συρία η στο Ιράκ, η τουλάχιστον να μετατρέψει μεγάλες περιοχές σε ζώνες επιρροής της με παρουσία και δικών της δυνάμεων, έχει ξύσει παλιές πληγές και προκαλεί αντιδράσεις.

Το παραδοσιακό κατεστημένο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ βλέπει σαν εφιάλτη τα όσα διαδραματίζονται στις σχέσεις με την Τουρκία, καθώς κάθε άλλο παρά είναι έτοιμη η παραδοσιακή αμερικανική διπλωματία, να ενσωματώσει σε επίσημη πολιτική, τις επιλογές των ακραίων συντηρητικών κύκλων των Ρεπουμπλικάνων, που πλέον εκφράζουν σε σημαντικό βαθμό το περιβάλλον Τραμπ-Πενς, και θεωρούν ότι η σχέση της Δύσης με την Τουρκία οδεύει σε αναπόφευκτη ρήξη, εάν η Τουρκία και ο Ερντογάν δεν προσαρμοσθούν στον ρόλο του πιστού και αξιόπιστου Συμμάχου.

Η παραδοσιακή αμερικανική διπλωματία επιδιώκει να κρατήσει ανοικτούς τους διαύλους θεωρώντας ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά τον Ερντογάν και είναι χώρος που δεν μπορεί εγκαταλειφθεί από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την Δύση.

Όμως κανείς πλέον δεν αμφισβητεί ότι το επικίνδυνο παιγνίδι που παίζει ο Ερντογάν αναζητώντας στήριγμα, απέναντι στους συμβατικούς συμμάχους του, στη Μόσχα, στο Ιράν και εσχάτως στο Πεκίνο, θέτει σε κίνδυνο και τον προσανατολισμό της χώρας αλλά και στρατηγικά συμφέροντα της Δύσης και του ΝΑΤΟ.

Η υπόθεση της αγοράς των S400 έχει οδηγήσει στην αυτοπαγίδευση του Ερντογάν. Θέλοντας να εκβιάσει τους Συμμάχους, να παζαρέψει για την Συρία και τους Kούρδους και θέλοντας να δώσει τέλος στους όρους (που αφορούσαν και τα ανθρώπινα δικαιώματα) που έθεταν οι νατοϊκοί σύμμαχοι για να διαθέσουν συστοιχίες Patriot για την προστασία της Τουρκίας, ο Τ. Ερντογάν έπαιξε το χαρτί των S400.

Ο Β. Πούτιν είδε τη μοναδική ευκαιρία που είχε για να δημιουργήσει προβλήματα συνοχής στην Ατλαντική Συμμαχία και να διαβρώσει τη σχέση της Ουάσιγκτον με την Τουρκία. Πλέον, όποια επιλογή και να κάνει ο κ. Ερντογάν για το ρωσικό πυραυλικό σύστημα, θα έχει εξαιρετικά μεγάλο κόστος για την χώρα του.

Η ολοκλήρωση της αγοράς των S400 θα επιβεβαιώσει τους ακραίους κύκλους της Ουάσιγκτον που πιστεύουν ότι ήδη ο Ερντογάν έχει εγκαταλείψει τη Δύση και χρησιμοποιείται από τον Πούτιν και θα οδηγήσει σε νέες κυρώσεις, με πρώτη το πάγωμα παράδοσης των F35, ενώ μια απόφαση για ακύρωση της αγοράς των S400 θα προκαλέσει την αντίδραση του Β. Πούτιν, που έχει μια μεγάλη βεντάλια μέτρων: από το τουριστικό εμπάργκο, μέχρι τους περιορισμούς εισαγωγής τουρκικών αγροτικών προϊόντων αλλά κυρίως στην άρση του «ελευθέρας» που έχει δώσει η Μόσχα στον Ερντογάν για ανάπτυξη δυνάμεων στη Βόρειο Συρία.

Ταυτόχρονα οι Αμερικανοί έχουν στείλει επανειλημμένα το δικό τους μήνυμα στον Ερντογάν. Η πρόσφατη μετάβαση στην Δαμασκό αντιπροσωπείας των Κούρδων του YPG με την κυβέρνηση Ασάντ, όπου συζήτησαν το μεταπολεμικό καθεστώς της Συρίας και την προοπτική κήρυξης αυτόνομης διοίκησης των Κούρδων στην Βόρειο Συρία στα σύνορα με την Τουρκία, έγινε με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον και του ειδικού συντονιστή για την αντιμετώπιση του ISIS B. MacGurk.
Και το πιο ανησυχητικό για την Τουρκία, είναι ότι οι συνομιλίες αυτές έγιναν φυσικά και με την έγκριση των Ρώσων, οι οποίοι ελέγχουν το καθεστώς Ασάντ.

Αρκετοί αναλυτές στην Τουρκία αφήνουν υπονοούμενα για την ίδια τη βάση του Ιντσιρλίκ και για περιορισμούς στη χρήση της από τους Αμερικανούς, ως απάντηση σε μια κλιμάκωση της έντασης στις διμερείς σχέσεις. Όμως η στρατηγική σημασία της βάσης του Ιντσιρλίκ έχει μειωθεί σημαντικά. Τα νέα στρατηγικά βομβαρδιστικά μπορούν να πλήξουν στόχους επιχειρώντας από βάσεις χιλιάδες μίλια μακριά, στόχοι στην Συρία επλήγησαν από αμερικανικά πλοία που έπλεαν στη Μεσόγειο και στον Περσικό. Ακόμη και για τις επιχειρήσεις Έρευνας και Διάσωσης στο Συριακό έδαφος μπορεί να χρησιμοποιηθούν βάσεις στην Ιορδανία. Και τελικά σε ότι αφορά την Ρωσία μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόπιστη βάση το Ιντσιρλίκ με δεδομένη τη σχέση Άγκυρας - Μόσχας…

Για την Τουρκία οι επόμενοι μήνες δεν θα είναι καθόλου εύκολοι, καθώς είναι προφανές ότι οι Αμερικανοί έχουν και ένα μη συμβατικό όπλο στα χέρια τους, εκείνο των αγορών, που έχουν βουλιάξει την ισοτιμία της τουρκικής λίρας, επιφέροντας ισχυρό πλήγμα στο καθεστώς Ερντογάν.

Το επόμενο διάστημα όμως δεν θα είναι εύκολο ούτε για τους γείτονες της, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος. Ένας ανεξέλεγκτος και πληγωμένος Ερντογάν, εγκλωβισμένος στο δικό του μεγαλείο και απειλούμενος από όλους τους μεγάλους παίκτες τους οποίους επιχειρεί να εμπλέξει στο δικό του παιγνίδι, είναι όλο και πιο επικίνδυνος. Και προς το παρόν τουλάχιστον τα μισόλογα περί αμερικανικής στήριξης στο νέο στρατηγό «τόξο» Ισραήλ-Αιγύπτου-Κύπρου-Ελλάδας, κάθε άλλο παρά προσφέρει εγγυήσεις για αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επιθετικής κίνησης από την Τουρκία του Ερντογάν…

Παρά την κλιμάκωση της κρίσης στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι πρόωρες και επισφαλείς οι προβλέψεις για οριστική ρήξη στις σχέσεις του Ερντογάν με τη Δύση και πλέον όλα θα εξαρτηθούν από τον ίδιο τον Τούρκο ηγέτη ο οποίος σήμερα εμφανίζεται να οδηγεί τη χώρα του με vertigo σε άγνωστο προορισμό...

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου

 
Top