GuidePedia

0

Η γεωπολιτική του ελληνορωσικού χώρου έχει φθάσει πλέον σε μία κρίσιμη καμπή. Το τι θα κυοφορήσει από εδώ και στο εξής η συνεχιζόμενη ελληνορωσική προσέγγιση αποτελεί ένα μεγάλο ερωτηματικό, αλλά το σωρευμένο γεωπολιτικό δυναμικό του ελληνορωσικού χώρου είναι τέτοιο που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε δραματικές εξελίξεις.
Ο ρόλος των οπλικών συστημάτων ως καταλύτου σε αυτήν την προσέγγιση είναι μεγάλος, όμως η εισαγωγή τους στο ελληνικό οπλοστάσιο αντιμετωπίζει τα τείχη μίας πολιτισμικής «ξενικότητας», η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην έλλειψη ανθρώπων που να «μιλούν την ίδια γλώσσα», να έχουν την ίδια νοοτροπία, τους ίδιους κώδικες ένθεν και ένθεν.Η δημιουργία αυτής της ομάδας ανθρώπων αποτελεί σήμερα κρίσιμης σημασίας γεωπολιτικό καταλύτη για το μέλλον των ελληνορωσικών σχέσεων.

Όταν εξετάζουμε ρωσικά οπλικά συστήματα για τις γεωπολιτικές συνθήκες της Ελλάδας, έχουμε την τάση να θαμπωνόμαστε από τη λάμψη εντυπωσιακών πράγματι συστημάτων, με αναντίρρητα πολύ μεγάλες δυνατότητες, συνήθως σημαντικά μεγαλύτερες από αυτές των αντίστοιχων δυτικών συστημάτων, όπως είναι τα μαχητικά αεροσκάφη της οικογένειας Sukhoi ή οι αντιαεροπορικοί πύραυλοι S – 400 ή S – 500. Πράγματι, τα συστήματα αυτής της κατηγορίας έχουν πολύ μεγάλες δυνατότητες και προσφέρουν εκπληκτική σχέση κόστους προς απόδοση.
Αρκεί να αναφέρουμε ότι το αντιαεροπορικό-αντιπυραυλικό σύστημα S – 400 έχει βεληνεκές 400 χλμ., ενώ το Patriot περί τα 70! Δεν αξίζει φυσικά να αναφέρουμε ότι, όποτε (και εάν) η Ελλάδα αγοράσει εκ νέου στρατηγικά αντιαεροπορικά συστήματα, αυτά σε καμμία περίπτωση δε θα είναι τα S – 400, τα S – 500, τα … S – 1000 ή οποιοδήποτε άλλο ρωσικό σύστημα, ανεξαρτήτως των επιδόσεων και της τιμής του, αλλά φυσικά τα Patriot!

Το ίδιο θα συμβεί και με τα μαχητικά αεροσκάφη. Δεν έχει σημασία πόσο αξιόλογα μαχητικά είναι τα Sukhoi Su – 30 / 35 ή το εμπροσθοκλινών πτερύγων πρωτοποριακό Sukhoi Su – 47 Berkut, δεν έχει σημασία το πόσο αποτελεσματικά όπλα διαθέτουν, δεν έχει σημασία το ότι μπορούν να διαλύσουν την τουρκική αεροπορία και το τουρκικό ναυτικό σε χρόνο DT.

Σημασία έχει ότι είναι ρώσικα, άρα δεν πρόκειται να τα πάρουμε. Τόσο απλά! Εδώ δε φαίνεται να είμαστε ακόμη ικανοί να κάνουμε την... υπέρβαση και να προμηθευτούμε το Eurofighter, η ένταξή του οποίου στο ελληνικό οπλοστάσιο επίσης θα «απογείωνε» την ελληνική μαχητική ικανότητα, πολλώ δε μάλλον τα Sukhoi.

Και ας μη σπεύσει κάποιος να καταγγείλει την... προδοτική, άτολμη και δε συμμαζεύεται πολιτική ηγεσία, γιατί σε αυτήν την περίπτωση πιθανώς να είναι η τελευταία που ευθύνεται.

Υπάρχουν σωρρευμένα τόσο πολλά αρνητικά στερεότυπα πάσης φύσεως για τα ρωσικά όπλα (και για τους Ρώσους συνολικότερα εδώ που τα λέμε) στο σύνθετο πλέγμα των ανθρώπων και των δυνάμεων που ρυθμίζουν τις αγορές αμυντικού υλικού στην Ελλάδα που κάθε τέτοια προσπάθεια είναι καταδικασμένη εξ αρχής.

Την κατάσταση δε βοηθάει καθόλου το γεγονός ότι ο μηχανισμός εξουσίας στην Ελλάδα δείχνει να είναι πεπεισμένος ότι οποιαδήποτε μείζων αγορά ρωσικού αμυντικού υλικού από την Ελλάδα θα προκαλούσε τη βίαιη και ολέθρια αντίδραση της Ουάσιγκτον. Για να μην αναφέρουμε τις επιφυλάξεις του τελικού χρήστη, εν προκειμένω της Ελληνικής Αεροπορίας, εν πολλοίς δικαιολογημένες, για το αν (και με πόσο κόπο και τι κόστος...) θα μπορούσε να απορροφήσει ένα νέο αεροσκάφος, προερχόμενο από άλλη χώρα, με άλλη φιλοσοφία, άλλη γλώσσα και ό,τι αυτό συνεπάγεται, για να αφήσουμε τις επιφυλάξεις για την ποιότητα του ρωσικού υλικού και την ικανότητα ή έστω και την πρόθεση των Ρώσων να προσφέρουν επαρκή υποστήριξη του υλικού τους.

Και για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η ρωσική πλευρά έχει επιδείξει χαρακτηριστική αδυναμία να αντεπεξέλθει σε ένα σύγχρονο πλαίσιο μάρκετινγκ, σε όλους του τους τομείς.

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ανόητα σε πολλούς, ακόμη και «προδοτικά», αν τα ρωσικά μαχητικά έχουν πράγματι τις ικανότητες που εμφανίζονται να έχουν. Και το πιο πιθανόν είναι ότι όντως τις έχουν. Όμως, τα μαχητικά αεροσκάφη και κάθε οπλικό σύστημα είναι αμφίβολο αν θα χρειαστεί να πολεμήσουν ποτέ, ενώ το στράτευμα θα πρέπει να ζήσει μαζί τους στον καιρό της ειρήνης, να τα χειριστούν, να τα συντηρήσουν, να τα υποστηρίξουν, να τα διατηρήσουν σε μάχιμη και ασφαλή κατάσταση και όλα τα συναφή. Και στον τομέα αυτόν είναι ακριβώς που υστερούν τα ρωσικά συστήματα, ή αν θέλετε, που νομίζουμε εμείς ότι υστερούν, και οι Ρώσοι δεν έχουν καταφέρει να μας πείσουν ότι δεν είναι έτσι.

Τα πράγματα περιπλέκονται στην περίπτωση συστημάτων σαν τα αερόστρωμνα Zubr, για τα οποία έχει ακουστεί πληθώρα αρνητικών σχολίων. Το θέμα όμως είναι ότι ένα τόσο μεγάλο αερόστρωμνο σκάφος σίγουρα είναι ένα μπελαλίδικο οπλικό σύστημα και σε καμμία περίπτωση δεν κάνει ευτυχείς ούτε αυτούς που έχουν να το χειριστούν, ούτε αυτούς που μεταφέρει. Επίσης, υπόκειται σε πλήθος επιχειρησιακών περιορισμών. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το Zubr, όπως και όλα τα οπλικά συστήματα σοβιετικής φιλοσοφίας κατασκευής, είχαν δημιουργηθεί για τον καιρό του πολέμου, όχι για τον καιρό της ειρήνης. Θεωρούταν λοιπόν ότι θα έπρεπε να έχουν επαρκή ποιότητα ίσα ίσα για να «κάνουν τη δουλειά τους» και τέλος. Ειδικά δε το Zubr ήταν ένα σύστημα κατηγορίας «use it and lose it».

Τα Zubr θα πέρναγαν γρήγορα γρήγορα τη Βαλτική, ξεκινώντας από τις σοβιετικές ακτές στην ανατολική πλευρά, θα έκαναν την απόβασή τους και εκεί θα έμεναν. Δεν υπήρχε κάποια απαίτηση ή πρόβλεψη για ανάκτηση και επαναχρησιμοποίησή τους. Όμως, όταν ένα τέτοιο σκάφος χρησιμοποιείται από το Ελληνικό Ναυτικό, τα πράγματα αλλάζουν άρδην.

Βέβαια, αυτά τα προβλήματα, τα οποία οφείλονται εν τέλει σε σύγκρουση νοοτροπιών και όχι σε εγγενή αδυναμία του υλικού, σε καμμία περίπτωση δεν καθιστούν τα Zubr άχρηστα. Αντιθέτως, τα σκάφη αυτά συνδυάζονται άριστα με τις γεωγραφικές και επιχειρησιακές συνθήκες του Αιγαίου Πελάγους, αποτελούν σημαντικό άσο στα χέρια των Ελλήνων στρατιωτικών ηγετών, ενώ η τιμή τους είναι πολύ χαμηλή για αυτά που προσφέρουν, επιτυγχάνοντας εξαιρετική σχέση κόστους προς απόδοση.

Τέλος, εύλογα ερωτήματα υπάρχουν αναφορικά με τη δυνατότητα ή την πρόθεση της ρωσικής πλευράς να καλύψει τις ελληνικές απαιτήσεις στον πολύπλοκο κόσμο των αντισταθμιστικών ωφελημάτων και της εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής, όπως φάνηκε με την περίπτωση των TOR M1.

Εν κατακλείδι λοιπόν, η καχυποψία (δικαιολογημένη ή όχι δε μας αφορά) διαφόρων κύκλων και επιπέδων του πολιτικοστρατιωτικού μηχανισμού λήψης αποφάσεων όσον αφορά στα εξοπλιστικά (και όχι μόνο, με προεξάρχον το υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο, ενώ κανονικά δε θα έπρεπε να έχει απολύτως καμία σχέση με το τι όπλα θα αποκτήσει η Ελλάδα, εντούτοις θεωρεί ότι πρέπει να επεμβαίνει πριμοδοτώντας συνήθως τα αμερικανικά οπλικά συστήματα), η μικρή εμπειρία στο μάρκετινγκ των Ρώσων, κάποιες αδυναμίες των ρωσικών οπλικών συστημάτων, τουλάχιστον των παλαιοτέρων, οι οποίες οφείλονται σε άλλη φιλοσοφία κατασκευής και λειτουργίας, και δυστυχέστατα η παθολογική φοβία όσον αφορά στις (υποτιθέμενες) αντιδράσεις της Ουάσιγκτον, σε περίπτωση που προμηθευτούμε κάποιο εξελιγμένο οπλικό σύστημα, δημιουργούν το πανίσχυρο πλέγμα των περιοριστικών παραγόντων που αποτρέπουν την Ελλάδα από το να προμηθευτεί ρωσικά οπλικά συστήματα.

Ωστόσο, σε όλα τα παραπάνω υπάρχει και ο αντίλογος, ο οποίος δεν είναι φυσικά οι επιχειρησιακές δυνατότητες των ρωσικών οπλικών συστημάτων, που, όπως είπαμε, δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση από κανένα σοβαρό αναλυτή, ούτε η εξαιρετική σχέση κόστους προς απόδοση, αλλά η ποιότητά τους! Αυτό ακούγεται ίσως αντιφατικό με όσα αναφέρθησαν πιο πάνω, αλλά, αν το καλοσκεφτούμε, το ίδιο στερεότυπο δεν ισχύει και για τα ρωσικά αυτοκίνητα; Ναι μεν (υποτίθεται ότι) βγάζουν «προβληματάκια» στα πιο «λεπτεπίλεπτα» συστήματά τους, αλλά από την άλλη, «δε σπάνε, δε χαλάνε».

Η πραγματικότητα στα ρωσικά οπλικά συστήματα ξεπερνά αυτήν τη στερεοτυπική αντίληψη. Για παράδειγμα, τα ρωσικά πυραυλικά συστήματα έχουν να επιδείξουν εξαιρετική ποιότητα κατασκευής, ενώ αγορές, όπως αυτές των Kornet από τον Ελληνικό Στρατό, έχουν χαρακτηριστεί ως υποδείγματα συμβάσεων, αναφορικά με την κάλυψη των αντισταθμιστικών ωφελημάτων, των χρόνων παράδοσης κ.τ.λ., ακόμη και από τους πιο σκληρούς κριτές των συμβάσεων αμυντικού υλικού.

Άρα λοιπόν, πριν μπούμε στα μονοπάτια της υψηλής γεωπολιτικής όσον αφορά στην ελληνορωσική προσέγγιση στο χώρο των οπλικών συστημάτων, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας αυτό το θεμελιώδες «μικρογεωπολιτικό» δεδομένο. Ότι δηλαδή, υπάρχει ακόμη μεγάλη καχυποψία όσον αφορά στα ρωσικά συστήματα, η οποία δεν μπορεί να ξεπεραστεί από την πολιτική βούληση της όποιας τολμηρής πολιτικής ηγεσίας.

Άρα, απαιτείται η απόκτηση «διατρητικών» ρωσικών οπλικών συστημάτων, τα οποία θα αναλάβουν να δημιουργήσουν τις απαιτούμενες «διατρήσεις» στο τείχος της ελληνικής καχυποψίας, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη συνέχεια. Και η προσπάθεια αυτή δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην ποιότητα των ρωσικών προϊόντων.

Τα TOR απέτυχαν στο ρόλο αυτό και, αντί να «διατρήσουν», ενίσχυσαν το τείχος της καχυποψίας, παρά τις αναντίρρητες ικανότητές τους. Το οπλικό σύστημα, λοιπόν, θα πρέπει να συνδυάζεται με ανθρώπους που να γνωρίζουν τη ρωσική και την ελληνική πραγματικότητα, να περιβάλλεται από περιφερειακά προϊόντα, υπηρεσίες, αλλά και ένα πακέτο υποστήριξης και εξηγήσεων, το οποίο να το βοηθήσει να ενταχθεί χωρίς προβλήματα στο ελληνικό οπλοστάσιο.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι το ελληνικό οπλοστάσιο, όπως κάθε οπλοστάσιο, δεν είναι απλώς ένα σύνολο από όπλα, αλλά άνθρωποι και μηχανήματα, αντιλήψεις, συνήθειες, τρόπος σκέψεις, φοβίες και στερεότυπα, καχυποψία, συντηρητισμός, ισχυρογνωμοσύνη και όλα τα υπόλοιπα που αναπτύσσονται σε ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό. Άρα και ένα υποψήφιο σύστημα

θα πρέπει να μπορεί να ενταχθεί ομαλώς σε όλο αυτό το πλέγμα. Και για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, χρειάζονται οι κατάλληλοι άνθρωποι. Αυτό είναι το μικρογεωπολιτικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορούν να εδραστούν σε μακροχρόνιο ορίζοντα οι ελληνορωσικές σχέσεις στο χώρο των εξοπλισμών. Και οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορεί να είναι (μόνο) Ρώσοι, θα πρέπει να είναι και Έλληνες. Είναι και ευθύνη της Ελλάδας να δημιουργήσει αυτό το κομβικό-συνδετικό ανθρώπινο δυναμικό.

Και είναι ανάγκη, γιατί η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει τις δυνατότητες που της προσφέρει το πανίσχυρο ρωσικό οπλοστάσιο, ούτε την τεράστια προοπτική σε βάθος χρόνου της σύσφιξης των ελληνορωσικών σχέσεων, την οποία θα προσφέρει η συνεργασία στο χώρο των εξοπλισμών. Και όταν λέμε κατάλληλους ανθρώπους, δεν αναφερόμαστε σε ανθρώπους που συμπαθούν, αγαπούν ή θαυμάζουν τη Ρωσία και τους Ρώσους. Από αυτούς υπάρχουν πολλοί στην Ελλάδα.

Το πρόβλημα είναι να βρεθούν άνθρωποι ικανοί να συνεργαστούν με τους Ρώσους σε μία αμοιβαία επωφελή σχέση και να αναπτύξουν μηχανισμούς διαδραστικής σύζευξης, ώστε να δημιουργηθούν οι αναγκαίοι πολιτισμικοί υποδοχείς, πάνω στους οποίους θα «κουμπώσουν» τα ρωσικά οπλικά συστήματα στο ελληνικό στράτευμα και θα δημιουργήσουν το αναγκαίο προγεφύρωμα για τα περαιτέρω, τόσο στο χώρο των εξοπλισμών, όσο και στο χώρο των ευρύτερων γεωστρατηγικών σχέσεων...


Τμήμα ειδήσεων elliniki-stratigiki

Δημοσίευση σχολίου

 
Top