GuidePedia

0
Η περιρρέουσα ατµόσφαιρα το τελευταίο διάστηµα συνηγορεί στο ότι η ελληνική
κυβέρνηση επεξεργάζεται σειρά από πρωτοβουλίες στα ανοιχτά µέτωπα της
ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, πολλές εκ των οποίων έχουν ήδη αναληφθεί στο
παρασκήνιο, µε τις οποίες επιδιώκεται η εξοµάλυνση των προβληµάτων που
ταλανίζουν τις διεθνείς σχέσεις της χώρας.

Οι επιδιώξεις της ελληνικής πλευράς συνοψίζονται στις αναφορές παραγόντων της
πολιτικής ηγεσίας περί της αµοιβαίας αξιοποίησης αυτού που στη διεθνή
βιβλιογραφία έχει αποκληθεί ως «µέρισµα ειρήνης» («peace dividend»), το
οποίο κυρίως συνίσταται:

> Στην εξοικονόµηση πόρων οι οποίοι από επενδυτικές δραστηριότητες στο χώρο
των εξοπλισµών θα κατευθυνθούν σε τοµείς όπως για παράδειγµα η παιδεία και η
υγεία.
> Στην προώθηση της οικονοµικής ανάπτυξης µέσω επενδύσεων και της ευηµερίας
ως αποτέλεσµα της επικράτησης συνθηκών ασφαλείας και ειρήνης.

Το Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άµυνας επισηµαίνει ότι στις διεθνείς
σχέσεις, άρα και στο πλέγµα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, θα πρέπει να
υφίσταται σαφής διαχωρισµός ανάµεσα στο ΕΥΚΤΑΙΟ και το ΕΦΙΚΤΟ ως
προϋπόθεση χάραξης και εφαρµογής αποτελεσµατικής εξωτερικής
πολιτικής.

Το µεν πρώτο θα µπορούσε να θεωρηθεί ως το «δέον γενέσθαι», µια θεωρητική
κατασκευή στην οποία θα µπορούσε να στοχεύει σε µακροσκοπικό-
µακροπρόθεσµο επίπεδο η εξωτερική πολιτική, ενώ αποτελεί και µια
«πολιτικώς ορθή» οδό ανάπτυξης της διακηρυκτικής πολιτικής ενός
κράτους.

Ωστόσο, το δεύτερο, προσδιορίζεται από τις αντικειµενικές συνθήκες που
επικρατούν σε µια συγκεκριµένη χρονική συγκυρία, αλλά και από τις
γενικές αρχές της εξωτερικής πολιτικής της αντίπαλης πλευράς σε µια
διένεξη, όπως αυτές γίνονται αντιληπτές από την Ελλάδα.
Πόσο ρεαλιστικό είναι να οµιλεί ένα υπουργείο Εξωτερικών για «µέρισµα ειρήνης»
στις σχέσεις της Ελλάδας µε την Τουρκία πέραν του πλαισίου της διακηρυκτικής
πολιτικής των αρχών που διέπουν τη δράση του; Κατά συνέπεια, η ουσία είναι ότι
η Ελλάδα θα πρέπει να προσέξει ώστε να µην πέσει θύµα της δικής της
διακηρυκτικής πολιτικής. ∆ηλαδή, να πειστεί ότι όσα διακηρύσσει απηχούν την
πραγµατικότητα και κάτι το εφικτό, όχι το επιθυµητό, το οποίο θα µπορούσε να
υλοποιηθεί µόνο σε περίπτωση που σηµειωνόταν θεαµατική αλλαγή στη στάση της
τουρκικής πλευράς. Ακόµη και στην παρούσα συγκυρία όταν από την
πλευρά της Τουρκίας υπάρχει η τάση ευθυγράµµισης της διακηρυκτικής
πολιτικής της µε αυτή της Ελλάδας, η στάση της Αθήνας οφείλει να είναι
εξαιρετικά προσεκτική. Η πρόταση περί «αµοιβαίας µείωσης εξοπλισµών»
Ελλάδας και Τουρκίας µπορεί να γίνεται αντιληπτή ως πολλά υποσχόµενη, ωστόσο,
όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, η κατάσταση εµφανίζεται εξαιρετικά περίπλοκη,
εάν υποστεί τη βάσανο της ανάλυσης επί τη βάση των συµφερόντων των δυο
µερών.

Η προκλητική ενέργεια της τουρκικής κορβέτας BAFRA (F-505) για παράδειγµα, δε
συνηγορεί υπέρ της αποδοχής της εκδοχής ότι οι δυο πλευρές του Αιγαίου έχουν –
επιτέλους – «γοητευτεί» από την προοπτική είσπραξης του «µερίσµατος ειρήνης»
και αποφάσισαν αιφνιδιαστικά και από κοινού να επιχειρήσουν τον
επαναπροσδιορισµό των µεταξύ τους σχέσεων. Σε κάθε περίπτωση, η Αθήνα
πρέπει να αποφύγει το σύνηθες σφάλµα, να αναλύσει τις τουρκικές
ενέργειες αποκλειστικά υπό το πρίσµα της εσωτερικής πολιτικής
κατάστασης στη γειτονική χώρα. Σε δηλώσεις αξιωµατούχων της ελληνικής
κυβέρνησης καταγράφηκε το επιχείρηµα ότι οι προκλήσεις της Τουρκίας
προέρχονται από το στρατιωτικό κατεστηµένο της χώρας, γενικότερα τους
αποκαλούµενους ως «κεµαλιστές», οι οποίοι βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση µε
το ισλαµικό Κόµµα ∆ικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του πρωθυπουργού Ρετζέπ
Ταγίπ Ερντογάν. Ενώ θα ήταν λάθος να αγνοηθεί η παράµετρος των
εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών στην Τουρκία, εξίσου λανθασµένη θα
ήταν και η προσκόλληση στη συγκεκριµένη ερµηνεία, καθότι αυτή
αποκαλύπτει τη µισή αλήθεια.

Η τουρκική αναθεωρητική πολιτική δεν είναι νέο φαινόµενο.

Η συνεπής εφαρµογή της έχει ξεπεράσει χρονικά τις τρεις δεκαετίες, στη
διάρκεια των οποίων στην εξουσία έχουν βρεθεί πολιτικοί µε διαφορετικό
ιδεολογικό στίγµα, ακόµη και ανάµεσα σε αυτούς που κατατάσσονται στο
κεµαλικό στρατόπεδο. Η πολιτική της Άγκυρας, στα γενικά της χαρακτηριστικά,
αν και πάντοτε προσαρµοζόταν στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία, παραµένει
αναλλοίωτη. Κατά συνέπεια, ακόµη κι αν δεχθούµε ως υπόθεση εργασίας ότι η
σηµερινή τουρκική ηγεσία επιθυµεί ειλικρινά την αντιµετώπιση των προβληµάτων
στις σχέσεις των δυο χωρών, ποια θα είναι η στάση και η θέση της Ελλάδας σε
περίπτωση που το AKP αποµακρυνθεί µε τον οποιονδήποτε τρόπο από την εξουσία;
Από τη στιγµή που η ελληνική κυβέρνηση χρησιµοποιεί ως επιχείρηµα για
την ερµηνεία των προκλήσεων την εσωτερική πολιτική σύγκρουση στην
Τουρκία, το να προχωρήσει στην οποιαδήποτε διευθέτηση κάνοντας
γενναίες υποχωρήσεις προς χάριν της ειρήνης, είναι σα να «χτίζει πάνω
στην άµµο» (η οποία στην περίπτωση της τουρκικής εσωτερικής πολιτικής
σκηνής είναι και κινούµενη...), αφού µε τον τρόπο αυτό εµφανίζεται να
προδικάζει αυθαίρετα την έκβαση της εσωτερικής σύγκρουσης. Θα
πρόκειται, κυριολεκτικά, για αυθαίρετη µεθοδολογία χάραξης πολιτικής, η οποία θα
έχει δυσµενείς συνέπειες για την Ελλάδα.

Ο πολιτικός κόσµος της Ελλάδας θα πρέπει να κατανοήσει ότι σε όλα τα σενάρια
και τα ενδεχόµενα η απάντηση είναι µία και µόνο: η συνειδητή απόφαση της
χώρας να υλοποιεί πολιτική αποτροπής απέναντι στην Τουρκία αφού είναι
η µοναδική πολιτική επιλογή που την εξασφαλίζει και στο βέλτιστο και στο
χείριστο σενάριο.

Ταυτόχρονα, είναι η µοναδική πραγµατικά ειρηνική πολιτική: εφόσον η
Ελλάδα έχει απεµπολήσει στο στρατιωτικό της δόγµα ακόµα και τη δυνατότητα
εξαπόλυσης προληπτικής επίθεσης («preemptive strike») σε περίπτωση
κρίσης, το µοναδικό ενδεχοµένως πλεονέκτηµα που θα διέθετε δεδοµένης της
σηµαντικής υστέρησής της σε απόλυτους αριθµούς, είναι τουλάχιστον φαιδρό να
συζητά κανείς για ελληνική απειλή έναντι της Τουρκίας. Κατά συνέπεια, η
αντίταξη αποτελεσµατικής αποτροπής απέναντι στην Τουρκία, επί της
ουσίας δηλαδή το να αρνείσαι στη χώρα-δυνητική απειλή τους
αναθεωρητικούς της στόχους δια της επίδειξης της ισχύος σου, ωθεί τον
αντίπαλο να σκεφτεί σοβαρά τη µόνη εναλλακτική λύση: το να αναζητήσει
τον έντιµο συµβιβασµό και την απεµπλοκή από την αδιέξοδη κατάσταση.
Ασφαλώς, σε περίπτωση που παραµελείς την αποτρεπτική σου ισχύ ισχύει και το
ακριβώς αντίθετο, ότι επί της ουσίας προσκαλείς τον αντίπαλο να
εντατικοποιήσει τις προσπάθειές του και να κλιµακώσει τις πιέσεις του
διότι γίνεται αντιληπτό ότι το ενδεχόµενο κόστος των δράσεών του
υπολείπεται σε σηµασία των δυνητικών ωφελειών.

Κι ενώ επικοινωνιακά εµφανίζεσαι να ασκείς «φιλειρηνική πολιτική» το
ουσιαστικό αποτέλεσµα που παράγεται είναι το αντίστροφο.

Όσον αφορά στο οικονοµικό-αναπτυξιακό σκέλος του επιχειρήµατος, το δεδοµένο
είναι ότι οι επενδύσεις στην άµυνα είναι όχι µόνο παραγωγικές αλλά «διαχέουν»
τεχνολογικά οφέλη στο σύνολο της οικονοµίας. Όµως η ανταποδοτικότητα τους
εξαρτάται άµεσα από το περιεχόµενο της πολιτικής υλοποίησης τους.

Η παντελής έλλειψη ολοκληρωµένης βιοµηχανικής στρατηγικής και πολιτικής, οι
κοντόφθαλµες πολιτικές πρακτικές των απώτερου και πιο πρόσφατου παρελθόντος
οι οποίες καλλιεργούσαν και ανέπτυσσαν το εθνικό µας «προϊόν», τον
κρατικοδίαιτο µεταπρατισµό, η ανεπάρκεια και διαφθορά του κρατικού
µηχανισµού, και η επίσης παντελής έλλειψη προγραµµατισµού δεν επέτρεψαν
µέχρι σήµερα να αξιοποιηθούν πολλές µεγάλες ευκαιρίες για την ανάπτυξη
ισχυρού βιοµηχανικού τοµέα και την απόκτηση τεχνογνωσίας. Ενός υψηλού
τεχνολογικού επιπέδου τοµέα µε δυνατότητα σχεδίασης, ανάπτυξης και παραγωγής
ολοκληρωµένων προϊόντων και φυσικά µε ισχυρή εξαγωγική δράση.


Η «αµοιβαία µείωση εξοπλισµών»
Περί τα τέλη Φεβρουαρίου, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου σε
Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους δηµοσιογράφους, ο Τούρκος πρωθυπουργός
Ερντογάν πρότεινε την αµοιβαία µείωση των εξοπλισµών. Παροµοίου περιεχοµένου
δήλωση έκανε ο Ερντογάν και µέσα από τις σελίδες καθηµερινής εφηµερίδας.
Ακολούθησε ο υπουργός Εθνικής Άµυνας, Ευάγγελος Βενιζέλος, από το βήµα του
συνεδρίου µε θεµατική ενότητα «Ελλάδα-Τουρκία τον 21ο αιώνα», που ζήτησε από
την τουρκική ηγεσία την αµοιβαία µείωση των εξοπλισµών µε σκοπό να διαφύγουν
οι δυο χώρες από τον φαύλο κύκλο στον οποίο έχουν παγιδευτεί. Στο ίδιο µήκος
κύµατος αλλά µε πιο… εφευρετική επιχειρηµατολογία, ο Τούρκος υπουργός
Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Εγκεµέν Μπαγκίς, σε πρόσφατο άρθρο του στην
International Herald Tribune, δήλωσε ότι «ένας από τους λόγους της
οικονοµικής κρίσης στην Ελλάδα είναι η προσπάθειά της να ανταγωνιστεί
την Τουρκία στις εξοπλιστικές δαπάνες», κατηγορώντας εµµέσως Γαλλία και
Γερµανία ότι ενώ εµφανίζονται να επιθυµούν να βοηθήσουν την Ελλάδα, επί της
ουσίας επιδιώκουν να της πουλήσουν οπλικά συστήµατα. Ο Μπαγκίς µάλιστα
αποφαίνεται και επί των αµυντικών αναγκών της χώρας µας, λέγοντας ότι η
Ελλάδα «δεν έχει ανάγκη από νέα άρµατα µάχης, πυραύλους, υποβρύχια ή
µαχητικά αεροσκάφη, όπως και η Τουρκία. Είναι καιρός να µειωθούν οι
εξοπλιστικές δαπάνες παγκοσµίως, αλλά ιδιαίτερα της Τουρκίας και της
Ελλάδας».
Οι ανωτέρω δηλώσεις σε µια πρώτη ανάγνωση φαίνονται εξαιρετικά ελπιδοφόρες.
Εάν κανείς αναζητήσει ενδεχόµενα κίνητρα, µπορεί να ανακαλύψει πολύ
περισσότερα από την ενδεχόµενη φιλειρηνική διάθεση της τουρκικής ηγεσίας.
Ορισµένες παρατηρήσεις κρίνονται απαραίτητες:
>Η τουρκική στάση θα µπορούσε να υπαγορεύεται µε σκοπό την εξυπηρέτηση
των επικοινωνιακών αναγκών της κυβέρνησης Ερντογάν να οικοδοµήσει
διεθνώς τη φήµη ενός καθεστώτος που προωθεί την ειρήνη, τη σταθερότητα και
την ασφάλεια.
>∆ιαδοχικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία έχουν διακηρύξει
σε όλους τους τόνους την επιθυµία τους για περικοπή των αµυντικών δαπανών,
ενώ από το 5% του ελληνικού ΑΕΠ οι αµυντικές δαπάνες της Ελλάδας έχουν
υποχωρήσει και κάτω του 1% την τελευταία δεκαετία («θύµα» και αυτές του
αδηφάγου, διεφθαρµένου, ανίκανου και αναποτελεσµατικού ελληνικού κράτους
των «ελλειµµάτων»), ενώ την ίδια στιγµή η Τουρκία υλοποιούσε εξοπλιστικά
προγράµµατα και εξήγγειλε ακόµα περισσότερα και πιο φιλόδοξα (αψευδής µάρτυς
της τάσης διαµόρφωσης των τουρκικών αµυντικών δαπανών ο συνηµµένος
πίνακας 1). Πόσο πειστικός είναι ο ισχυρισµός ότι η Άγκυρα αντελήφθη ότι
η µέχρι στιγµή στάση της έχει οδηγήσει σε αδιέξοδα και πλέον επιθυµεί να
επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της µε την Αθήνα;
>Η πολιτική διακήρυξη της επιθυµίας για αµοιβαία µείωση των εξοπλισµών θα
πρέπει βέβαια να θεωρηθεί συµβατή µε το δόγµα των «µηδενικών
προβληµάτων» στην τουρκική εξωτερική πολιτική που έχει διατυπώσει ο
υπουργός Εξωτερικών της γειτονικής χώρας, καθηγητής Αχµέτ Νταβούτογλου.
Κατά συνέπεια, θα ήταν λογικό σφάλµα να απορριφθεί εξ υπαρχής, µόνο µε την
αιτιολογία ότι πρόκειται για επικοινωνιακό τέχνασµα. Ένας αντίλογος βέβαια θα
ήταν τι εξυπηρετεί να ζητάς από µια χώρα να περικόψει τους εξοπλισµούς
της τη στιγµή που τα τελευταία πέντε χρόνια δεν έχει υπογράψει κανένα
ουσιώδες νέο εξοπλιστικό πρόγραµµα, και λόγω της οικονοµικής κρίσης;
Εάν η τουρκική έκκληση για αµοιβαία µείωση των εξοπλισµών δεν είναι απλώς
επικοινωνιακό τέχνασµα, θα µπορούσε να είναι ένα από τα ακόλουθα:

>Ενδεχοµένως, η Τουρκία επιθυµεί να επεκτείνει την περίοδο της ελληνικής
εξοπλιστικής απραξίας. Η φηµολογία περί του ενδεχοµένου υπογραφής στο
µέλλον συµβολαίων για την κατασκευή νέων φρεγατών και την προµήθεια
µαχητικών αεροσκαφών επόµενης γενιάς είναι βέβαιο ότι ανησυχεί την τουρκική
ηγεσία, αφού η οικονοµική κατάσταση της γειτονικής χώρας δεν είναι και πολύ
καλύτερη. Με την εξαίρεση ενδεχοµένως των καλύτερων -θεωρητικά- προοπτικών
της λόγω µεγαλύτερου µεγέθους και περιθωρίων ανάπτυξης, εάν δεν υπήρχε το
στρατιωτικό κατεστηµένο που αντιδρά στην προοπτική περικοπής των
εξοπλιστικών του προγραµµάτων, η τουρκική κυβέρνηση θα είχε αιτηθεί βοήθειας
από το ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο (∆ΝΤ) µε το οποίο διαπραγµατεύεται τα
τελευταία χρόνια, χωρίς όµως αποτέλεσµα. Και µόνο η διεξαγωγή αυτής της
διαπραγµάτευσης µε το ∆ΝΤ αποκαλύπτει το πόσο ευάλωτη είναι στην
πραγµατικότητα η τουρκική οικονοµία, η οποία θα µπορούσε να τεθεί στο
στόχαστρο του διεθνούς κερδοσκοπικού κεφαλαίου σε περίπτωση αλλαγής των
γεωστρατηγικών συσχετισµών και των προτεραιοτήτων ισχυρών δρώντων του
διεθνούς συστήµατος στην ευρύτερη περιοχή.
>Η κυβέρνηση του AKP ενδεχοµένως να επιθυµούσε την περικοπή των
εξοπλισµών µε σκοπό να ασκήσει πίεση στο στρατιωτικό κατεστηµένο.
>Η γειτονική χώρα θα ήταν λογικό να εκτιµά ότι η οικονοµική πίεση στην Ελλάδα
έχει ηµεροµηνία λήξης και πως στη συνέχεια η χώρα θα µπορούσε εκ νέου να
αποτελέσει πόλο έλξης επενδύσεων που θα οδηγήσουν στο δρόµο της οικονοµικής
ανάπτυξης, κάτι που θα διαφοροποιούσε τα δεδοµένα στον ελληνοτουρκικό
ανταγωνισµό.
Μια απλή µατιά στο χάρτη της περιοχής αρκεί να καταδείξει ότι η Ελλάδα
δεν αποτελεί καν απειλή ασφαλείας για την Τουρκία. Το φοβικό σύνδροµο
που κατατρύχει τον ελληνικό πολιτικό κόσµο σε ό,τι αφορά την Τουρκία
ευθύνεται για τη σηµερινή κατάσταση, όπου η Άγκυρα έχει τη δυνατότητα
να επιχειρεί την εξαγωγή εσωτερικών της προβληµάτων προς τη ∆ύση.
Μπορεί οι θεωρίες του Νταβούτογλου να φαίνονται «ειρηνικές», ωστόσο,
ο «ζωτικός χώρος» στον οποίο αναφέρεται είναι εξόχως
αποσταθεροποιητικός, ειδικά στο ελληνοτουρκικό µέτωπο. Πολλώ δε
µάλλον όταν η εµπειρία από την εφαρµογή της πολιτικής του µόνο ειρήνη δεν
έφερε, ενώ έχει προκαλέσει µεγάλο προβληµατισµό και στη ∆ύση. Όσον αφορά
την Ελλάδα, τα προβλήµατα στις σχέσεις της Τουρκίας µε τη Ρωσία που
εστιάζονται στην περιοχή αµέσου γεωπολιτικού ενδιαφέροντος της Μόσχας, το
«εγγύς εξωτερικό», το χώρο που καταλαµβάνουν χώρες πρώην µέλη της ΕΣΣ∆, τα
αντίστοιχα προβλήµατα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, αποκαλύπτουν ότι οι
τουρκικοί εξοπλισµοί δεν πρόκειται ποτέ να συσχετιστούν µε την Ελλάδα. Εκτός κι
αν η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας έχει παρανοήσει και
πιστεύει ότι κινδυνεύει από ενδεχόµενη ελληνική στρατιωτική επίθεση.
Αυτό που ανησυχεί την Άγκυρα είναι το ενδεχόµενο να χάσει το
στρατιωτικό πλεονέκτηµα που ενδεχοµένως πιστεύει ότι έχει αποκτήσει ως
αποτέλεσµα της ελληνικής αδράνειας στον αµυντικό τοµέα.

Το πλέον πιθανό σενάριο είναι ότι η Τουρκία επιθυµεί να παραπλανήσει
την Ελλάδα και να ενισχύσει όλες εκείνες τις φωνές στο εσωτερικό της,
που έχοντας ξεχάσει την κρίση των Ιµίων (να υπενθυµίσουµε ότι ξέσπασε
µετά από αρκετά χρόνια ελληνικής εξοπλιστικής απραξίας και µετά την
ανάδειξη ηγετικής οµάδας που είχε αρχικά κάνει σηµαία τη µείωση των
αµυντικών δαπανών…), αδυνατούν να διακρίνουν τις απειλές επιλέγοντας
τις πλέον βολικές ερµηνείες όσων συµβαίνουν, τέτοιες που να ταιριάζουν
µε τις προκατασκευασµένες στερεοτυπικές τους αντιλήψεις

Δημοσίευση σχολίου

 
Top