GuidePedia

0

Του Φιόντορ Λουκιάνοφ, για τη Gazeta.ru 
 Υπάρχουν διεθνείς κρίσεις, οι οποίες αποτελούν αληθινά εγχειρίδια για όσους σπουδάζουν τη διπλωματία και τις διεθνείς σχέσεις. Η Συρία ανήκει στην κατηγορία αυτή. Είναι ένα ιδανικό case study. Ιδιαίτερα τώρα, τη στιγμή που όλοι μιλούν για την επικείμενη ειρηνευτική διάσκεψη.
Η κοινότυπη αρχή αναφέρει, ότι αν θέλεις ειρήνη, ετοιμάσου για πόλεμο. Και να που παραμονές της «στρογγυλής τράπεζας», η οποία έχει στόχο να συγκεντρώσει όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές και να αποφανθεί πως θα συνεχιστεί η ζωή, παντού άρχισε να γίνεται λόγος για όπλα.
Η ΕΕ αποφάσισε να μην παρατείνει το εμπάργκο προμήθειας όπλων στη Συρία (δηλαδή στους αντικαθεστωτικούς), παρόλο που κατά των περιορισμών τάχθηκαν - με ιδιαίτερο ζήλο-  μόνο η Βρετανία και η Γαλλία, ενώ οι υπόλοιπες χώρες εξέφρασαν - σε διάφορους τόνους- αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα μιας βαθιάς εμπλοκής στον εμφύλιο πόλεμο.
Στις διακηρύξεις για την πρόθεση να βοηθηθεί η αντιπολίτευση υπάρχει μία πολιτική αιτία, δηλαδή, ότι η γλώσσα της δύναμης παραμένει μια υπαρκτή επιλογή. Με άλλα λόγια, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία, τότε, πόλεμος μέχρι την τελική νίκη.
Ακριβώς την ίδια λογική ακολουθεί και η Ρωσία, η οποία δεν επιβεβαιώνει, αλλά ούτε και διαψεύδει την παράδοση των S-300 και άλλων σύγχρονων οπλικών συστημάτων στη Δαμασκό.
Βέβαια, δεν αποκλείεται και ότι τα παραπάνω μπορεί να ασκήσουν διαφορετική επίδραση. Για την ώρα, δημιουργείται η εντύπωση ότι η καθεμιά από τις εμπόλεμες πλευρές εξάγει το παρακάτω συμπέρασμα από το διπλωματικό παιχνίδι των μεγάλων χωρών: Ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα την προδώσουν και δεν θα την παραδώσουν, που σημαίνει, ότι αξίζει τον κόπο να προβάλλει αντίσταση. Και ο Άσαντ, αλλά και οι αντίπαλοί του, κατανοούν ότι οι έξωθεν προστάτες - η Ρωσία και η Δύση αντίστοιχα - αν παραιτηθούν από την υποστήριξη των προστατευόμενών τους, θα υπάρξουν σημαντικές απώλειες στην προσωπική εικόνα τους.


Ζήτημα αρχής
Τόσο για τη Μόσχα, όσο και για την Ουάσιγκτον, η Συρία αποτελεί ζήτημα αρχής. Η Ρωσία υποστηρίζει το κοσμικό κράτος (οποιοσδήποτε και αν είναι ο βαθμός αντιδημοκρατικότητάς του) και την εξωτερική μη εμπλοκή. Ενώ στη Δύση καθοδηγούνται από διάφορα ιδεολογικά σχήματα, σύμφωνα με τα οποία υπάρχει ο «εξεγερμένος λαός» και ο «αιμοσταγής τύραννος». Επιλέγουμε τη «σωστή» πλευρά της διένεξης και τη βοηθάμε να έρθει στην εξουσία. Επομένως, η παραίτηση από την υποστήριξη «των δικών μας», δεν μπορεί να ληφθεί ελαφρά τη καρδία. Πρόκειται για ιδεολογική υποχώρηση, η οποία θα επιφέρει πλήγμα στην ίδια την αυτοεκτίμηση.


Μαθήματα του παρελθόντος
Οι ειρηνευτικές διασκέψεις του παρελθόντος, μέχρι αυτές της Γιάλτας και του Πότσνταμ, είχαν έναν κοινά αναγνωρισμένο στόχο: Να μοιράσουν τον κόσμο. Στους νεότερους χρόνους κάτι ανάλογο με ειρηνευτικές διασκέψεις, αφορούσε τα Βαλκάνια. Πρόκειται τη συμφωνία του Ντέιτον για τη Βοσνία του 1995 και την κρίση στο Κόσοβο το 1999. Η θύμησή τους δεν είναι άκαιρη, εφόσον σκιαγραφούν για τη Συρία δυο αρκετά πιθανά σενάρια. Το Ντέιτον, ήταν ένα σενάριο σε γενικές γραμμές θετικό. Τότε οι έξωθεν παράγοντες κάθισαν τους εμπόλεμους στο τραπέζι και τους ανάγκασαν να συμφωνήσουν σε ένα μοντέλο οικοδόμησης της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης.
Αυτό περίπου βλέπουν οι αισιόδοξοι, εκείνοι που πιστεύουν σε επιτυχία της «Γενεύης-2» για το θέμα της Συρίας. Οι απαισιόδοξοι είναι επίκαιρο να θυμηθούν τις αρχές Φεβρουαρίου του 1999, όταν ύστερα από μια τεράστια διπλωματική ένταση, στάθηκε εφικτό να συγκληθεί η διάσκεψη για την ειρηνική επίλυση στο Ραμπουγιέ. Ωστόσο το ποθούμενο αποτέλεσμα δεν ήρθε. Η αμοιβαία σκλήρυνση των θέσεων έφτασε στο απόγειό της. Το να βρει κανείς άμεσες ομοιότητες δεν είναι δυνατό, διότι υπάρχουν πάρα πολλές ιδιαιτερότητες, όμως το σενάριο της απότομης κλιμάκωσης - σε περίπτωση που στη διάσκεψη δεν πραγματοποιηθεί πρόοδος (η οποία όμως είναι αδύνατη) - φαντάζει αρκετά ρεαλιστικό. Παράλληλα, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά όσον αφορά την κατάσταση με τη Συρία, από ο,τιδήποτε υπήρξε στο παρελθόν. Ξετυλίγοντας την ειρηνευτική διαδικασία και παρεμβαίνοντας σε τοπικές διενέξεις, οι μεγάλες χώρες ωθούνταν πάντοτε από ένα δικό τους συγκεκριμένο ενδιαφέρον,είχαν μια σαφή αντίληψη του προσωπικού τους συμφέροντος. Τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης με την ενεργό υποστήριξη των ΗΠΑ, άλλαζαν το στρατηγικό τοπίο της Ευρώπης σύμφωνα με τις αντιλήψεις που κυριάρχησαν μετά τον Ψυχρό πόλεμο. Στη Συρία είναι αδύνατο να κατανοηθεί, πού αλλού οφείλεται -εκτός από τις προαναφερθείσες βαρύνουσες αντιλήψεις- το άμεσο και ειδικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Ρωσίας.
Η επέκταση της σφαίρας επιρροής στη σημερινή Μέση Ανατολή, είναι μια ιδέα σχεδόν ουτοπική. Όλες οι εξωτερικές δυνάμεις προσπαθούν σπασμωδικά να αναζητήσουν μια κατάλληλη αντίδραση σε αυτό που έχει ήδη συμβεί, προσαρμόζονται αναλόγως στα γεγονότα, τα οποία μεταβάλλονται παρά τη βούληση και τις προθέσεις τους, και φυσικά ούτε λόγος δεν μπορεί να γίνει για «στρατηγική».


Οι σιωπηλοί γείτονες
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι γειτονικές χώρες που έχουν πρακτικά συμφέροντα, όπως το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, παραμένουν σιωπηλές σε ό,τι αφορά τη διάσκεψη, μην εκφέροντας ουσιαστικά καμία γνώμη. Δεδομένου μάλιστα ότι - σε τελική ανάλυση - από αυτές εξαρτάται η διαπραγματευτική ικανότητα των εμπόλεμων πλευρών.
Κάποτε τα μεγάλα παιχνίδια των ισχυρών κρατών ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με τις μικρές δολοπλοκίες των τοπικών παραγόντων, που έχουν σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση του όλου σκηνικού. Τώρα συμβαίνει εντελώς το αντίθετο. Οι διαδικασίες «επί τόπου» έχουν τη λογική τους και η συμμετοχή «του μεγάλου» πραγματοποιείται παράλληλα, ενώ υπάρχει συνεχώς μια εναλλαγή μεταξύ τους, όσον αφορά το ποιός έχει το πρόσταγμα τη δεδομένη στιγμή και ποιός ακολουθεί.
Για τους ιστορικούς του μέλλοντος, αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή συμπερασμάτων. Για τους διπλωμάτες του σήμερα, είναι ένα άλυτο πρόβλημα.

πηγή

Δημοσίευση σχολίου

 
Top