GuidePedia

0
Αλέξανδρος Μασσαβέτας
Η πολιτική ένταση που το τελευταίο διάστημα ταλανίζει την Τουρκία παρουσιάζεται από την κυβέρνηση και το φιλοκυβερνητικό τύπο ως μία μάχη για τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Μία μάχη που αντιπαρατάσσει τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση με ανέλεγκτα, σκοτεινά κέντρα εξουσίας, όπως οι ένοπλες δυνάμεις. Στο διεθνή τύπο, γίνεται λόγος για μία σύγκρουση ανάμεσα στο πολιτικό Ισλάμ και τις κεμαλικές, κοσμικές ελίτ. Αμφότερες απεικονίσεις είναι ορθές, αν και αποδίδουν μερική μόνο όψη του πολιτικού αναβρασμού και του αγώνα εξουσίας
.Παράλληλα με τους κομματικούς διαξιφισμούς και την πάλη της κυβέρνησης να εκκαθαρίσει το στράτευμα από τους θιασώτες της ένοπλης, «εθνοσωτήριας» επέμβασης, ο δημόσιος βίος σφραγίζεται και από μία αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη δικαστική εξουσία. Μεγάλο τμήμα της τελευταίας εξακολουθεί να αποτελεί προπύργιο ανθρώπων με άκαμπτη κεμαλική νοοτροπία, που θεωρούν εαυτούς θεματοφύλακες του κοσμικού πολιτεύματος και μιας σειράς «εθνικών συμφερόντων» και την κυβέρνηση Έρντογαν απειλή προς όλα αυτά.
Τη δημόσια συζήτηση απασχολεί έντονα το ζήτημα της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας της δικαιοσύνης, μετά το σεισμό που προκάλεσε στο χώρο της τελευταίας η σύλληψη του εισαγγελέα του Ερζίντζαν Ιλχάν Τζιχανέρ για συμμετοχή στην παρακρατική οργάνωση Εργκένεκον. Φωνές από το εσωτερικό και το εξωτερικό ζητούν επίμονα από την κυβέρνηση να περάσει μεταρρυθμίσεις που θα κατοχυρώνουν ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστικό σώμα, ως τμήμα του πακέτου συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που ετοιμάζει.
Το Σαββατοκύριακο, ο Ταγίπ Έρντογαν ανακοίνωνε πως μέχρι τα τέλη Μαρτίου θα εισαχθεί στην Εθνοσυνέλευση προς συζήτηση το πακέτο συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, στο επίκεντρο του οποίου θα βρίσκεται η «δικαστική μεταρρύθμιση». Έκτοτε, το δημόσιο διάλογο σχεδόν μονοπωλεί, για άλλη μία φορά, η συζήτηση γύρω από το ιδεολογικό και κοινωνικό προφίλ των δικαστικών λειτουργών και τον εξόχως πολιτικό ρόλο που κατηγορούνται πως επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους.  
«Δικαστικά πραξικοπήματα»
Η δικαιοσύνη αποτελεί προπύργιο της πατροπαράδοτης πολιτικής ελίτ της χώρας – προσώπων ταυτισμένων με την κεμαλική ιδεολογία και τον εθνικισμό και την εμμονή στην αρχή του κοσμικού κράτους που ταυτίζονται με αυτήν. Από την εμφάνιση του «πολιτικού Ισλάμ» στην πολιτική σκηνή, τη δεκαετία του 1970, τα δικαστήρια χρησιμοποιήθηκαν ως όργανο για την ανάσχεση του ισλαμικού κινήματος, αλλά και του κουρδικού εθνικισμού.
Η χρήση της δικαιοσύνης κανονιού κατά των ισλαμικών και κουρδικών κομμάτων αποτελεί πάγια τακτική των κεμαλιστών. Συνήθως, ζητούν από το γενικό εισαγγελέα του Ανωτάτου Ακυρωτικού να υποβάλει προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο ζητώντας τη διάλυσή τους. Τα μεν γιατί δεν μπορούν να τα ανταγωνισθούν στις κάλπες, τα δε γιατί τα θεωρούν απειλή στο όραμά τους μιας μονολιθικής κοινωνίας και εθνικού κράτους.
Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν Από την έλευση της κυβέρνησης Έρντογαν στην εξουσία το χειμώνα του 2002, τα ανώτατα δικαστήρια έχουν εκδώσει σειρά αποφάσεων έντονα πολιτικού χαρακτήρα. Κάποιες μπορούν να στηριχθούν στο γράμμα του νόμου. Για παράδειγμα, η πρόσφατη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου να ακυρώσει τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που επέτρεπε την προσαγωγή των στρατιωτικών στα πολιτικά δικαστήρια για εγκλήματα σύστασης συμμορίας και εγκλήματα κατά του πολιτεύματος αποτέλεσε, τονίζουν πολλοί αναλυτές που αποτροπιάζουν με το αποτέλεσμά της, αναγκαία εφαρμογή του άρθρου 145 του ισχύοντος συντάγματος, που καθορίζει τα περί πολιτικής και στρατιωτικής δικαιοσύνης.
Το ισχύον Σύνταγμα, προϊόν της χούντας Εβρέν, και όχι το Συνταγματικό Δικαστήριο είναι εν προκειμένω το πρόβλημα, τονίζουν. Εφόσον το πρώτο δεν αλλάξει, προσαρμοζόμενο στα δεδομένα των Ευρωπαϊκών χωρών, το Συνταγματικό Δικαστήριο ενδέχεται να εκδίδει απόψεις ασύμβατες με τις σημερινές αρχές της πλουραλιστικής δημοκρατίας, όπως η τελευταία, καθώς και εκείνη της απαγόρευσης του Κουρδικού Κόμματος Δημοκρατικής Κοινωνίας.
Ωστόσο, το Συνταγματικό Δικαστήριο – υπό άλλη, τότε, σύνθεση δικαστών – εξέδωσε τα τελευταία χρόνια αποφάσεις που πραγματικά αντιβαίνουν στο γράμμα και του «στραβού» αυτού Συντάγματος. Έτσι, πολλοί λίγοι μπορούν να ξεχάσουν τη διαβόητη απόφαση που εξέδωσε το Μάιο του 2007, μεσούσης της σοβαρότατης πολιτικής κρίσης που προκάλεσε η διαδοχή του σκληροπυρηνικού κεμαλιστή προέδρου Αχμέτ Σέζερ. Προκειμένου να αποφύγει το αναπόφευκτο, την εκλογή του Αμπντουλλάχ Γκιουλ, ενός προσώπου με ισλαμικές πεποιθήσεις, στην προεδρία της δημοκρατίας, η αντιπολίτευση του Ντενίζ Μπαϊκάλ προσέφυγε στο δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της προεδρικής εκλογής και προτάσσοντας ένα συλλογισμό εξωφρενικό.
Στην προσφυγή του, που δέχθηκε το δικαστήριο, το κόμμα του Μπαϊκάλ ζητούσε την ακύρωση της προεδρικής εκλογής στην Εθνοσυνέλευση, ισχυριζόμενο ότι πέραν από τις αυξημένες πλειοψηφίες που προβλέπει το Σύνταγμα για την εκλογή προέδρου απαιτείται η απαρτία των δύο τρίτων όλων των βουλευτών στην ψηφοφορία (οι βουλευτές των κεμαλιστών και των εθνικιστών απείχαν της διαδικασίας). Η απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις, που δεν καθιερώνουν καμμία απαρτία παρόντων για την εγκυρότητα της ψηφοφορίας.
Το 2007 πολλοί έκαναν λόγο για «δικαστικό πραξικόπημα». Ακόμη και αναλυτές πολύ μετριοπαθείς στους αφορισμούς τους κατηγόρησαν το δικαστήριο ότι σφετερίστηκε τη νομοθετική εξουσία, ενώ καταδίκασαν το γεγονός ότι αυτό έλαβε υπόψιν του κριτήρια εκτός της έννομης τάξης, όπως η πολιτική επικαιρότητα. Η απόφαση κατέστησε αδύνατη την εκλογή προέδρου και οδήγησε τη χώρα σε εκλογές, που έλαβαν δημοψηφισματικό χαρακτήρα και χάρισαν στο κυβερνών κόμμα σαρωτική νίκη. Εμφανίσθηκε ως ο εκφραστής της λαϊκής βούλησης στον αγώνα κατά του στρατεύματος και της δικαιοσύνης, και το εκλογικό σώμα βρήκε την ευκαιρία να αποδοκιμάσει τις μεθοδεύσεις των τελευταίων.
Παρά την κατά κράτος ήττα στις κάλπες των θιασωτών της «δικαστικής επέμβασης», δεύτερο «δικαστικό πραξικόπημα» επιχειρήθηκε με την προσφυγή του εισαγγελέα του Ανωτάτου Ακυρωτικού στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το 2008. Ισχυριζόμενος πως το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αποτελεί «κέντρο δράσεων κατά του κοσμικού πολιτεύματος», και ζήτησε την απαγόρευσή του. Αξίζει να σημειωθεί πως αν και για μία ψήφο δεν επετεύχθη η αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων που απαιτείται για την απαγόρευση, η πλειοψηφία των δικαστών τάχθηκε υπέρ αυτής και όλοι οι δικαστές, πλην του προέδρου, δέχθηκαν την ουσία του ισχυρισμού της προσφυγής.
Δημοκρατία υπό «δικαστική κηδεμονία»;
Ερντογάν - Γκιουλ Ερντογάν - Γκιουλ Μεταξύ των οπαδών της κυβέρνησης και των φιλελευθέρων της χώρας, πολλοί είναι όσοι κάνουν λόγο για «δημοκρατία υπό την κηδεμονία των δικαστών». Σύμφωνα με τη θέση αυτή, το δικαστικό σώμα θεωρεί πως υφίσταται για να προστατεύει τις αρχές του πολιτεύματος έναντι στην ισλαμικών πεποιθήσεων κυβέρνηση του ΑΚΡ. Το ρόλο αυτό είχε προηγουμένως επιφορτισθεί το στράτευμα. Σήμερα όμως που παρήλθε, λόγω της διεθνούς συγκυρίας και των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών της Τουρκίας, η εποχή των πραξικοπημάτων, το ρόλο αυτό ανέλαβαν τα δικαστήρια. Περάσαμε έτσι από τη «δημοκρατία υπό στρατιωτική κηδεμονία» σε μία δημοκρατία, όπου το ρόλο του κηδεμόνα ανλέλαβαν τα ανώτατα δικαστήρια.
Ενώ εμφανίζονται να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, τα τελευταία εκδίδουν αποφάσεις που δε στηρίζονται αποκλειστικά σε εφαρμογή των κανόνων δικαίου, αλλά αποτελούν προϊόν πολιτικών συλλογισμών και σκοπιμοτήτων. Ο εξόχως πολιτικός ρόλος των ανώτατων δικαστηρίων ενισχύθηκε μετά την αποχώρηση του προέδρου Σέζερ. Ως τη διαδοχή του, το ρόλο του «φρένου» στην υπολαμβανόμενη πολιτική «ισλαμοποίησης» του πολιτεύματος τον είχε αναλάβει ο ίδιος. Κατέφυγε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Τούρκο πρόεδρο στο δικαίωμα αρνησικυρίας που του αναγνωρίζει το σύνταγμα και μπλόκαρε αναρίθμητα νομοσχέδια του κυβερνώντος κόμματος.
Σύμφωνα με καταγγελίες φιλελεύθερων αναλυτών, από την άνοδο του Γκιουλ στην προεδρία τον Αύγουστο του 2007 ως σήμερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε εις βάρος της κυβέρνησης σε 51 από 55 προσφυγές. Η κατάσταση δεν υπήρξε ευνοϊκότερη στο Συνταγματικό Δικαστήριο, με αποτέλεσμα πολλοί αναλυτές να μιλούν για «έμφυτη προκατάληψη» της δικαιοσύνης που κατά τεκμήριο αποφασίζει εις βάρος της παρούσας κυβέρνησης.
Παρόμοιοι ισχυρισμοί είναι συνηθισμένοι στο φιλοκυβερνητικό τύπο και από φιλελεύθερους σχολιαστές, όπως ο Χασάν Τζεμάλ και ο Τζεγκίζ Τσαντάρ. Αποκτούν όμως ιδιαίτερη βαρύτητα όταν προέρχονται από το στόμα νομικών και μελών του δικαστικού σώματος, όπως η συνταγματολόγος Σεράπ Γιαζιτζί και ο πρώην πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου της Πόλης και πανεπιστημιακός Δρ Γιουτζέλ Σαϊμάν.
Η Γιαζιτζί καταδικάζει τον «πολιτικό ρόλο» που οι ανώτατοι δικαστές επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους, ενώ δηλώνει πως το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαστών και Εισαγγελέων υπάρχει για να επιτηρεί πως οι δικαστές επιτελούν το ρόλο τους του φύλακα της κρατικής ιδεολογίας. Η συνταγματολόγος πιστεύει ότι μια μερική τροποποίηση του ισχύοντος συντάγματος δε θα δώσει τη λύση στην πολιτική καχεξία της χώρας, και καλεί τις πολιτικές δυνάμεις να συνεργασθούν προς την κατάρτιση ενός νέου συντάγματος σύμφωνου με τις αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Ο Γιουτζέλ Σαϊμάν, πάλι, τονίζει πως δημοκρατία δεν υφίσταται στην οργάνωση κανενός κρατικού θεσμού της Τουρκίας. «Η διάρθρωση του κράτους μας είναι αντιδημοκρατική, δεσποτική. Η επίσημη ιδεολογία του στοχεύει να δημιουργήσει μία κοινωνία εμφορούμενη από τις αρχές του κεμαλικού εθνικισμού και του Τουρκισμού. Τα κρατικά όργανα επιφορτίσθηκαν από τις ελίτ που ίδρυσαν το κράτος με το βάρος της προάσπισης της επίσημης αυτής ιδεολογίας. Με αυτή ως σημείο εκκίνησης προσεγγίζουν τις όποιες ατομικές υποθέσεις. Το σύνταγμα του 1982 οργάνωσε τη δικαιοσύνη με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σύμφωνη με την κρατική ιδεολογία. Οι στρατηγοί της χούντας ίδρυσαν τα ανώτατα δικαστήρια. Παρότι πέρασαν είκοσι χρόνια, τα πρόσωπα που εκλέγονται σε αυτά παραμένουν προσηλωμένα στην πίστη ότι αποστολή τους είναι η προστασία της κρατικής ιδεολογίας».
Δικαστική συνωμοσία στην Εργκένεκον;
Πρόσφατα το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαστών και Εισαγγελέων αφήρεσε τις έκτακτες αρμοδιότητες που είχαν παραχωρηθεί στους εισαγγελείς του Βαν στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης Εργκένεκον. Ο λόγος για την απόφαση αυτή ήταν η εντολή των εν λόγω εισαγγελέων να συλληφθεί ο Ιλχάν Τζιχανέρ, εισαγγελέας του Ερζίντζαν, ως ύποπτος για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση. Ο Τζιχανέρ παραμένει, ωστόσο, υπό κράτηση στην Πόλη, και η όλη υπόθεση εξελίχθηκε σε μείζον πολιτικό σκάνδαλο. Οι νομικοί διαιρέθηκαν σε δύο στρατόπεδα, υπέρ και κατά της υπόθεσης, και η εμπιστοσύνη του κόσμου στη δικαιοσύνη τέθηκε για άλλη μία, πολλοστή φορά, σε αμφισβήτηση.
Κατά τον Σαϊμάν, πίσω από την απόφαση του συμβουλίου και την όλη διαμάχη λανθάνουν όχι νομικές, αλλά πολιτικές σκοπιμότητες. Ο νομικός εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο το συμβούλιο να αφαιρέσει τις έκτακτες αρμοδιότητες των εισαγγελέων της Πόλης, που έχουν αναλάβει τις προσαγωγές και τις ανακρίσεις σχετικά με την υπόθεση της παρακρατικής τρομοκρατικής ομάδας. Ο Σαϊμάν πιστεύει πως η πρόσφατη απόφαση του συμβουλίου πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με εκείνη που ακύρωσε τη δυνατότητα να προσάγονται στρατιωτικοί στα πολιτικά δικαστήρια.
Η ανώτατη δικαιοσύνη, τονίζει, δεν επιθυμεί να δει ανώτατους αξιωματικούς να σύρονται σε δίκη. Φιλοδοξεί να δει την υπόθεση Εργκένεκον να κλείνει το συντομότερο δυνατόν, με την τιμωρία κάποιων κατώτατων αξιωματικών με βεβαρημένο ποινικό μητρώο όπως ο Βελί Κιουτσούκ. Στρατηγοί, αντιστράτηγοι, ναύαρχοι και πτέραρχοι δεν πρέπει να φυλακισθούν.
Ο Σαϊμάν συμφωνεί με τη Γιαζιτζί ότι μόνη λύση για την καθιέρωση δικαιοσύνης πραγματικά ανεξάρτητης από πολιτικές σκοπιμότητες είναι η αντικατάσταση του «χουντικού συντάγματος», και όχι η μερική αναθεώρησή του.
Ντενίζ Μπαϊκάλ Ντενίζ Μπαϊκάλ Η συνταγματική αναθεώρηση
Αφορμή για έντονους πολιτικούς διαξιφισμούς θα αποτελέσει η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε μερική αναθεώρηση του συντάγματος. Ο Έρντογαν και οι κομματικοί επιτελείς δεν κρύβουν πως σημαντικότερο κεφάλαιο του αναθεωρητικού πακέτου θα είναι η «δικαστική μεταρρύθυμιση», στην ιδέα της οποίας αντιτίθεται σθεναρά η κεμαλική αντιπολίτευση. 
Η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη ανακοινώσει τα μέτρα που προτίθεται να λάβει στα πλαίσια της δικαστικής μεταρρύθμισης. Ωστόσο, κάποια από αυτά ο τύπος τα μαντεύει από τώρα, γνωρίζοντας πως η κυβέρνηση Έρντογαν θα δράσει προληπτικά για να αποκρούσει την πιθανότητα νέου «δικαστικού πραξικοπήματος». Πρώτα και κύρια θα αναθεωρηθούν οι διατάξεις οι σχετικές με την απαγόρευση πολιτικών κομμάτων. Σύμφωνα με αναλυτές που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση, οι νέες συνταγματικές διατάξεις θα την καθιστούν δυσκολότερη, καθώς θα απαιτείται άδεια της Εθνοσυνέλευσης προκειμένου να αρχίσει η σχετική διαδικασία κατόπιν προσφυγής στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Σημειωτέον ότι ήδη κυκλοφορούν φήμες για νέα προσφυγή του εισαγγελέα του Ανωτάτου Ακυρωτικού, με αίτημα την απαγόρευση του κυβερνώντος κόμματος.
Η αναθεώρηση αναμένεται επίσης να αλλάξει τη σύσταση του Ανωτάτου Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων, αλλά και των ανωτάτων δικαστηρίων. Τμήμα των δικαστών θα διορίζεται όχι από τον πρόεδρο, αλλά από την Εθνοσυνέλευση. Σημαντική τροποποίηση θα είναι και ο περιορισμός της αρμοδιότητας των στρατιωτικών δικαστηρίων, έτσι ώστε να είναι πια δυνατή η εκδίκαση εγκλημάτων των στρατιωτικών όπως η σύσταση συμμορίας και η δράση για ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος στα πολιτικά δικαστήρια. Ανάμεσα στις αλλαγές που προβλέπονται και που δεν έχουν άμεση σχέση με τη δικαιοσύνη είναι η καθιέρωση του θεσμού του Συνηγόρου του Πολίτη και «θετικών διακρίσεων» υπέρ των γυναικών και των παιδιών στους κανόνες που αφορούν τα ατομικά δικαιώματα και το θεσμό της οικογένειας.
Οι παρατηρητές συμφωνούν πως ο χώρος της πολιτικής σύγκρουσης μεταφέρεται από το στρατό στη δικαιοσύνη. Το κυβερνών κόμμα δε διαθέτει την απαραίτητη αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων στην Εθνοσυνέλευση που απαιτείται για να περάσει η αναθεώρηση. Η Κεμαλική αντιπολίτευση έχει ήδη δηλώσει πως αποκλείεται να δεχθεί «τροποποιήσεις που σκοπεύουν να δώσουν τέλος στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης». Ενδεικτική για την ιδεολογία και της προθέσεις της τελευταίας υπήρξε η δήλωση του Ντενίζ Μπαϊκάλ: «Τούτοι δω θέλουν να αλλάξουν το σύνταγμα για να χτυπήσουν το στρατό!» Το ακροδεξιό ΜΗΡ δεν έχει και αυτό πρόθεση συνεργασίας στην αναθεώρηση. Αναμένεται η κυβέρνηση να προσφύγει σε δημοψήφισμα για την υπερψήφισή της.
Βέβαιο είναι από τώρα πως καθώς θα πλησιάζει η αναθεώρηση, θα αυξάνεται και η πολιτική πόλωση. Ήδη από τώρα η αντιπολίτευση και ο προσκείμενος σε αυτήν τύπος κατηγορούν την κυβέρνηση πως μόνος της στόχος είναι να στελεχώσει τη δικαιοσύνη με «ημετέρους» και να δώσει τέλος στη (δήθεν) ανεξαρτησία και αμεροληψία της. «Κομματοποιείται η δικαιοσύνη» γράφουν οι κεμαλιστές. Για αμεροληψία και ανεξαρτησία, όμως, είναι προφανές πως δεν μπορεί να γίνει λόγος.
Όσο για τους Κεμαλιστές, ο φιλελεύθερος αναλυτής Χασάν Τζεμάλ σωστά παραπονείται ότι αυτοί διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και ισχυρίζονται πως «δεν υπάρχει δίκαιο στην Τουρκία» όταν τα δικαστήρια «αγγίξουν» το στρατό, τους επίδοξους πραξικοπηματίες και το παρακράτος. Δε διαμαρτυρήθηκαν όμως ποτέ για έλλειψη δικαίου όταν η δικαιοσύνη δίωκε τα παιδιά που πετούσαν πέτρες στους στρατιώτες στη Νοτιοανατολή βάσει του αντιτρομοκρατικού νόμου, όταν ο το στράτευμα απηύθυνε τελεσίγραφα στην κυβέρνηση, όταν το Συνταγματικό Δικαστήριο απαγόρευσε το Κουρδικό Κόμμα και παραλίγο να απαγορεύσει το κυβερνών, όταν ο στρατός έκαιγε και εκκένωνε τα κουρδικά χωριά. Όπως τονίζουν πολλοί Ευρωπαίοι παρατηρητές, το πρόβλημα στην Τουρκία είναι πως οι θεσμοί δε λειτουργούν βάσει αρχών, αλλά βάσει των συμφερόντων των ελίτ που τους ελέγχουν.  

newstime

Δημοσίευση σχολίου

 
Top