GuidePedia

0

του Σαΐτ Τσετίνογλου
Μετά την ανακωχή του Μούδρου, τα ηνία ανέλαβαν σταδιακά οι κεμαλικοί, για να διευθύνουν το πέρασμα από την Αυτοκρατορίας στην «δημοκρατία». Οι κεμαλικοί ήταν μια ελίτ τάξη στρατιωτικών, τα μέλη της οποίας ήταν συνηθισμένα να είναι ιδιοκτήτες ενός κράτους το οποίο και να το διοικούν. Έτσι, με βάση αυτό το δεδομένο, οι διοικούντες την νέα Τουρκία, σαν μια «αναβίωση του τύπου των διοικούντων τους Μαμελούκους» , όπου οι διοικούντες εξασφαλίζουν την γαλήνη και την ηρεμία στην κοινωνία και οι διοικούμενοι αναλαμβάνουν την ευθύνη της παραγωγής του πλούτου, με σκοπό τη διαιώνιση των διοικούντων, κάθισαν πάνω στο σβέρκο τάξεων που μπορούσαν να αυτοδιοικηθούν, χωρίς όμως αν έχουν τη δυνατότητα παρέμβασης στα θέματα διακυβέρνησης της χώρας.
Από αυτήν την άποψη, η ιδεολογία του κεμαλισμού και η βάση του κοσμικού, εκδυτικισμένου εθνικισμού είναι στην ουσία συνέχεια του εθνικιστικού ρατσιστικού τουρκικού «ιδεώδους» των οπαδών του Κομιτάτου Ένωσις και Πρόοδος, με ψαλιδισμένο τον εκτός Ανατολίας αλυτρωτισμό.

Οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις, που ήταν συνέχεια αυτών που ευαγγελίζονταν οι Νεότουρκοι του Ένωσις και Πρόοδος, περιορίζονταν στον επανακαθορισμό της Αυτοκρατορίας στα γεωγραφικά όρια της Ανατολίας, με τη δημιουργία ενός εθνικού κράτους που θα στηριζόταν σε μια ολοκληρωτικού τύπου «αδιάσπαστη» ενότητα έθνους και κράτους των Τούρκων της Ανατολίας. Οι κεμαλικοί, χτίζοντας αυτό το ολοκληρωτικό κράτος, προχώρησαν σε ορισμένους κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα νεωτερισμούς που περιορίστηκαν στις πόλεις και στους αστικούς πληθυσμούς, αποκόπτοντας ταυτόχρονα τους δεσμούς με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και καταργώντας το Χαλιφάτο.

Για να εμπεδωθούν στο λαό αυτές οι απόψεις για την αδιάσπαστη ενότητα του έθνους και του κράτους, έπρεπε να δημιουργηθεί σε όλους τους πολίτες του νέου κράτους η άποψη ότι έχουν μια εθνική πολιτισμική ταυτότητα. Όμως αυτό δεν υπήρχε ανάμεσα σε όλους τους πολίτες του νέου κράτους και σε όσους υπήρχε ήταν αδύναμη και σαθρή. Η Ανατολία, οι κάτοικοι της Ανατολίας, μέχρι τώρα αυτοπροσδιορίζονται με βάση την ιλαμική θρησκευτική ταυτότητα. Η σκιά του Χαλιφάτου είναι ακόμη πολύ ισχυρή.

Για να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα οι κεμαλιστοί δημιούργησαν ένα εθνικό υπόβαθρο και προσπάθησαν να επιβάλουν στους πολίτες εθνικούς μύθους, μνήμες, αξίες και σύμβολα, στηριζόμενοι σε μια θεωρία που βασίζεται στην προέλευση των Τούρκων από την Κεντρική Ασία, τις αναλλοίωτες ρίζες του Ογούζ Χαν και την αρχαιότητα της γλώσσας τους (Θεωρία της Γλώσσας του Ήλιου). Όμως η μυθολογία που δημιούργησαν για την συγκρότηση εννιαίας εθνικής συνείδησης στους πολίτες της νέας Τουρκίας, δεν γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τον κόσμο και δεν επαρκεί για να δημιουργηθούν οι ακατάλυτοι δεσμοί του «τουρκικού έθνους».

Το πρόγραμμα του Τουρκικού Εθνικισμού το οποίο δημιουργήθηκε από τους κεμαλικούς ως εναλλακτική ιδεολογία στον μουσουλμανικό–οθωμανικό εθνικισμό που αναπτύχθηκε από τους Νεοτούρκους, άρχισε να επιβάλλεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, προκαλώντας οργή στα ευρεία κοινωνικά στρώματα. Το πρόγραμμα αυτό κατέστρεψε τους δεσμούς της μουσουλμανικής οθωμανικής ταυτότητας που σφυρηλατήθηκε στην κοινωνία τη δύσκολη περίοδο 1912-1922.
Εκτός από αυτό, μπορούμε να πούμε ότι οι μύθοι αυτοί καλλιέργησαν μια συνείδηση στον κόσμο, κατά την οποία οι μοναδικοί ιδιοκτήτες της Ανατολίας είναι οι Τούρκοι και ότι οι λαοί που εκδιώχθηκαν από εδώ (Αρμένιοι, Έλληνες) δεν έχουν κανένα δικαίωμα στα εδάφη αυτά.
Σε κάθε ρομαντικό εθνικισμό, υπάρχει αναφορά σε μια μακρινή χώρα και στην χρυσή εποχή του έθνους και με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να διαμορφώσουν εθνική συνείδηση στους υπηκόους. Το Τουράν έπαιξε αυτό το ρόλο για τους κεμαλικούς, ενώ η Θεωρία της Γλώσσας του Ήλιου, σύμφωνα με την οποία η τουρκική είναι η μητέρα όλων των γλωσσών του κόσμου, έχει ως σκοπό την αφύπνιση και την προπαγάνδα ότι οι Τούρκοι ήταν οι παλιοί κάτοικοι της Ανατολίας και μάλιστα οι πρώτοι ιδιοκτήτες της γης στην οποία ζούσαν τώρα. Παρά την επιτυχία που έχει η ιδέα της ιδιοκτησίας των εδαφών της Ανατολίας, εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα στη θεμελίωση της εθνικης συνείδησης. Οι εθνικοί μύθοι και η εθνική ενότητα είναι ανεπαρκής για τη θεμελίωση και εξέλιξη του τουρκικού εθνικισμού.

Οι μικρές κωμοπόλεις και τα χωριά εξακολουθούν να νιώθουν πιστοί στο Ισλάμ και να έχουν το αίσθημα της ισλαμικής ταυτότητας. Το γεγονός ότι οι Θεωρίες Τουρκισμού και οι συμβολισμοί που προσπάθησαν να επιβάλλουν στον κόσμο δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν το αίσθημα μιας μεγάλης και διαδεδομένης συνοχής ακόμη και στη μπουρζουαζία που δημιουργήθηκε και στα μισά της δεκαετίας του '30, ωθεί την εξουσία σε νέες αναζητήσεις.
Καταλαβαίνουμε ότι οι κεμαλικοί κατέχουν καλά τη βιβλιογραφία για την εθνική και εθνικιστική μυθοπλασία. Είναι πολύ συνειδητοποιημένοι πάνω στο θέμα αυτό και γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν. Δεν διστάζουν να εφαρμόσουν βήμα προς βήμα κάθε τι που απαιτείται για την εδραίωση του τουρκικού εθνικισμού, ακόμη και τη βία.

Τα μέσα της δεκαετίας του '30 είναι τα χρόνια κατά τα οποία τα μέτρα εδραίωσης του κεμαλισμού έδωσαν καρπούς και οι κεμαλικοί ανώτατοι αξιωματούχοι ήταν πολύ πιο άνετοι σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και ο νόμος Takrir-i Sükûn που έγινε αποδεκτός το Μάρτιο του 1925, με τον οποίο δημιουργήθηκε το ιδανικό πλαίσιο, καταστράφηκε κάθε είδους πολιτική αντιπολίτευση, φιμώθηκε ο τύπος και δόθηκαν στην κυβέρνηση απεριόριστες αρμοδιότητες. Οι κεμαλικοί δεν είναι πια διστακτικοί, όπως γινόταν την προηγούμενη δεκαετία, έχουν αυτοπεποίθηση. Δεν παρέλειψαν τη μεταρρύθμιση στο αλφάβητο, υιοθετώντας τη λατινική γραφή αντί της αραβικής, που βοήθησε τους κεμαλικούς να δημιουργήσουν μια κοινωνία που ξεχνάει το παρελθόν της και για να της δώσουν μετά την επιθυμητή εθνική ταυτότητα. Με αυτή την αφορμή, κόβουν τους δεσμούς με το παρελθόν και αποσιωπούν το γεγονός ότι είναι μέλη των δομών που διαμέλησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στο πλαίσιο του νόμου Takrir-i Sükun εξαλείφθηκε κάθε είδος αντιπολίτευσης, τιμωρήθηκαν οι αποσχιστικές προσπάθειες και εδραιώθηκε η κυριαρχία ενός κόμματος. Δεν υπήρχε πια η σκιά του Χαλιφάτου. Είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της αιχμαλωσίας της κοινωνίας από το κόμμα. «Είναι γνωστό ότι όπου δεν υπάρχει κριτική και σκέψη είναι δυνατή η ενασχόληση με κάθε παραλογισμό και ανοησία. Αυτό ακριβώς συνέβη μετά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '20 που ξεκίνησαν οι μεταρρυθμίσεις η μία μετά την άλλη και επιταχύνθηκε η διαδικασία του εκσυγχρονισμού και κορυφώθηκε στη δεκαετία του ‘30 ”.
Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις, παράλληλα, όπως επεσήμανε και ο Φαλίχ Ριφκί, αποσκοπούσαν στο σκοπό του εκτουρκισμού της κοινωνίας .

Ο νόμος Takrir-i Sükûn εξασφαλίζει μια ιδανική ευκαιρία για την επικράτηση του κεμαλικού καθεστώτος. Σε αυτή την περίοδο ξεκινάει και το χτίσιμο της εικόνας και τους κύρους του Μ. Κεμάλ καθώς και η θεωρία που δημιουργήθηκε γύρω από τις υπεράνθρωπες ικανότητές του. Το πρώτο άγαλμα του Κεμάλ κατασκευάζεται το 1926 και θα ακολουθήσει το μνημείο στο Ταξίμ. Το μνημείο αυτό είναι ένα μοναδικό παράδειγμα χρήσης των οπτικών βοηθημάτων για την επανεγγραφή της ιστορίας. Η φιγούρα του ηγέτη αυτή την περίοδο χρησιμοποιείται για τη δημιουργία ενός έθνους στη βάση του Τουρκισμού, του αυταρχισμού, του εκκοσμικισμού και του εκσυγχρονισμού καθώς και για την παρουσίαση και υπεράσπιση μιας σειράς πολιτικών. Οι πολιτικές αυτές προκαλούν αντιδράσεις, η εκκοσμίκευση του κράτους προκαλεί αντιδράσεις σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, ενώ οι πολιτιές που εμπεδώνουν τον Τουρκισμό αποτελούν απειλή για τις μη τουρκικές ομάδες της κοινωνίας.
Η εμπειρία της λειτουργίας του κόμματος Serbest Fırka, που ιδρύθηκε τις αρχές του 1930 με την άδεια του Μουσταφά Κεμάλ και προκάλεσε το ενδιαφέρον του κόσμου, για να αυτοκαταργηθεί σε λίγους μήνες υπό το φόβο της αντίδρασης του Κεμάλ και των στελεχών του Λαϊκού Ρεπουμλικανικού Κόμματος (CHF), φανερώνουν το πόσο αδύναμος ήταν ο κεμαλισμός ως ιδεολογία. Η Ανατολία δεν συμμετέχει στον κεμαλισμό και στον κεμαλικό εθνικισμό, επίσης τα μυθολογικά στοιχεία του ρομαντικού εθνικισμού δεν συγκινούν το λαό και δεν καλλιεργούν αισθήματα συμπαράστασης στους κεμαλικούς. Με λίγα λόγια η περίοδος λειτουργίας του κόμματος Serbest Fırka και η στήριξη που είχε από τον κόσμο, φανερώνει ότι ο κεμαλικός εθνικισμός που επέβαλε στο λαό με το ζόρι η διοικητική ελίτ δεν μπόρεσε να αναπτύξει δεσμούς ανάμεσα στο λαό.
Ο Αχμέτ Χαμντί Μπασάρ, ήταν μάρτυρας εκείνης της εποχής και εξιστορεί τον ερχομό του Κεμάλ στη Σαμψούντα στη δεκαετία του '30:

«Όταν ήρθαμε στη Σαμψούντα συναντήσαμε μια εικόνα που δεν είχαμε δει αλλού: Από το προηγούμενο βράδυ είχαν λάβει έκτακτα μέτρα παντού. Ο σταθμός και όλοι οι δρόμοι ελέγχονταν από στρατιώτες με ξιφολόγχες. Ο λαός είχε μαζευτεί πίσω από την στρατιωτική αλυσίδα. Για το λόγο αυτό ο Κεμάλ και εμείς δεν είδαμε κανέναν άλλον πέρα από το στρατό και την αστυνομία. Είμασταν σαν διοικητές που μόλις κατέλαβαν μια εχθρική πόλη, επιβιβαστήκαμε σε αυτοκίνητα και φτάσαμε στο κατάλυμα που θα φιλοξενούσε των ήρωα Κεμάλ. Και μάλιστα αυτό τι κλίμα υπήρχε στη Σαμψούντα, όπου το Μάιο του 1919 ο Γκαζί (Μ. Κεμάλ) έκανε το πρώτο βήμα από εδώ για να σώσει την πατρίδα. Έντεκα χρόνια μετά, το βράδυ που ήρθε εδώ ως ένας ηγέτης, ένας λυτρωτής που έσωσε την πατρίδα, υπηρέτησε τον αγώνα, ολοκλήρωσε τις μεταρρυθμίσεις και ήρθε για να δει τι άλλο μπορεί να κάνει καλύτερα, αυτός ο ίδιος άνθρωπος είχε την ανάγκη της προστασίας της στρατιωτικής αλυσίδας.”

Σε αυτή την περίπτωση διαπιστώθηκε ότι υπάρχει ανάγκη για νέους μύθους, νέους ενθουσιασμούς και πως πρέπει να υπάρχει η συμμετοχή και του τοπικού για να διαμορφωθεί το εθνικό. Η εικόνα του υπερανθρώπου που δημιουργήθηκε στα μισά της δεκαετίας του '20 γύρω από το πρόσωπο του Μ. Κεμάλ, θα συνεχιστεί ακόμη πιο έντονα τη δεκαετία του '30. Η δεκαετία του '30 συμπίπτει και με την μεγάλη κρίση του καπιταλισμού όπου έπρεπε να υπάρχουν μεγάλοι ηγέτες για να επιλύσουν τα μεγάλα προβλήματα. Το πιο σημαντικό βήμα για τη δημιουργίας μιας κοινωνίας ενιαίου τύπου γίνεται στο συνέδριο του του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CHF) το 1935. Το CHF, στα πλαίσια του παραδείγματος των Ναζί, ενώνει το κόμμα με το κράτος. Το κόμμα, όπως λέει και ο Γιουνούς Ναντί «είναι μια υπέροχη οικογενειακή αγκαλιά που κρατάει όλη την κοινωνία προσηλωμένη ως προς τον ίδιο στόχο».Μ’ αυτά και μ’ αυτό, έχει ολοκληρωθεί πλέον το κλίμα του ολοκληρωτισμού.

Αυτή την περίοδο ιδρύεται στην Άγκυρα η Σχολή Γλώσσας, Ιστορίας και Γεωγραφίας. Ο Υπουργός Παιδείας σε λόγο του στη βουλή εκφράζει με τα εξής λόγια την ίδρυση της σχολής: «Θα ιδρυθεί μια σχολή στην Άγκυρα αρχαιολογίας και γεωγραφίας, όπου θα διδάσκονται οι γνώσεις του κινήματος ιστορίας και γλώσσας που γεννήθηκε από την υψηλή ευφυία του Ατατούρκ και δημιουργήθηκε από τον ίδιο».
Η δεκαετία του ‘30 έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μη τουρκικές ομάδες, λόγω του νόμου 2510 Περί Εγκατάστασης (1934) και του νόμου του Τούντζελι (1935), που έγιναν αποδεκτοί την ίδια μέρα που κατατέθηκαν στη βουλή.
Μέσα στο κλίμα ολοκληρωτισμού που δημιουργήθηκε, τη φορά αυτή το καθεστώς θα επιστρατεύσει το στοιχείο της τοπικής ιστορίας και ταυτότητας, θα ερμηνευτούν εκ νέου οι περιπέτειες του Λυτρωτή (Μ. Κεμάλ) στις διάφορες περιοχές της Ανατολίας και θα συμπεριληφθούν στην νέα διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό θα μοντάρουν ξανά την αλυσίδα των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην Σαμψούντα - Ερζερούμ -Σεβάστεια - Άγκυρα από τον Κεμάλ και τους συνοδοιπόρους του το 1919-1922, ενώ θα δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην ημερομηνία της 19ης Μαΐου.

Είναι γεγονός ότι ο Μ. Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου του 1919 και πως ο τουρκικός στρατός μπήκε στη Σμύρνη στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922, αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι θύμα αυτής της επίσημης ιστορίας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». (9) και θα μονταριστούν εκ νέου. Στα πλαίσια της δημιουργίας του νέου κράτους θα δημιουργηθεί και ο νέος ηγέτης, ενώ θα συμπεριληφθεί και ο λαός σε αυτή τη διαδικασία. Και όσον αφορά τον ηγέτη, αυτός «εκτός από Μοναδικός θα είναι ένα επίπεδο παραπάνω, θα γίνει ο Πατέρα (γεννήτωρ), γύρω από τον οποίο συσπειρώνεται το Κράτος, μαζί με το Λαό!»

Σε αυτήν την περίοδο όπου η ιστορία χρησιμοποιείται από την εξουσία ως μοχλός υποβοήθησής της, θα ιδρυθεί το Ίδρυμα Τουρκικής Ιστορίας και Ερευνών (Türk Tarih ve Araştırma Kurumu) και θα έρθουν και νέες ευθύνες για τον κόσμο: «Τα μεγάλα λαϊκά στρώματα θα θεωρήσουν ως εθνικό και κρατικό τους καθήκον να βοηθήσουν τη λειτουργία του. Θα βοηθήσουν και θα υπηρετήσουν γι’ αυτό το σκοπό και θα είναι υπεύθυνοι γι’ αυτό.». Η κοινωνία που έχει αιχμαλωτιστεί από το κόμμα, μπορεί πλέον να στραφεί σε κάθε κατεύθυνση που επιθυμεί η εξουσία και να υπηρετήσει κάθε εργασία. Στην προσπάθεια να τονίσουν το τοπικό, σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα Halkevleri, που ήταν στη χρυσή τους εποχή. Ο προϋπολογισμός τους είναι μεγαλύτερος από αυτόν του Αρχηγού Θρησκευτικών υποθέσεων καθώς και του προϋπολογισμού κάθε άλλου υπουργείου.
Τώρα πια τη θέση της Κεντρικής Ασίας, που δεν έτυχε αποδοχής από τον κόσμο, πήρε η Ανατολία και τη θέση του Ογούζ Χαν πήραν οι εθνικοί ήρωες. Στο πλαίσιο αυτό θα ερμηνευτούν εκ νέου οι περιπέτειες του Χαλασκάρ (ο ήρωας που λυτρώνει τους πολίτες από το χρέος) και θα δημιουργηθεί ένας μύθος, στον οποίο θα συμμετέχουν και ντόπιοι ήρωες. Τη θέση του Αόριστου Προγόνου (Soyut Ata) πήρε πλέον ο συγκεκριμένος Πρόγονος (ο Μ. Κεμάλ) και στις ιστορίες του μεγάλου απελευθερωτή και του μεγάλου ιδρυτή της Τουρκίας θα συμπεριληφθεί και θα συμμετέχει πλέον ο λαός ορισμένων περιοχών που έδρασε ο Κεμάλ (Σαμψούντα – Ερζερούμ - Σεβάστεια). Έτσι θα είναι και ο λαός συμμέτοχος στον ηρωισμό, με τον τρόπο αυτό θα αναζητήσουν μια νέα βάση στο κατασκεύασμα του τουρκικού εθνικισμού.

«Έτος 1936. Ημερομηνία 19 Μαίου. Ο Ατατούρκ είναι στο Ντολμάμπαχτσε και μαζί του ο Σιουκρού Καγιά, ο Ρουσέν Εσρέφ, ο Κιλίτς Αλί, ο Σαλίχ Μποζόκ, ο Μεχμέτ Σοϊντάν και ο Νουρί Τζονκέρ. Συζητάνε:
Ξαφνικά ρωτάει ο Ατατούρκ: «Τι μέρα είναι σήμερα»;
Του απαντούν όλοι μαζί: «Τρίτη».
«Πόσο έχει ο μήνας»;
«Δεκαεννιά»
«Τ μήνα έχουμε;»
«Μάιο»
«Πείτε μου τι έγινε σαν σήμερα;»
Εκείνοι σκέφτονται, τι έγινε στις 19 Μαΐου;
Η Nuriye Akman ξαφνιάζεται. «Δεν το ξέρουν; Μα πώς είναι δυνατόν;» αναρωτιέται. Ο Μποζνταγ συνεχίζει:
«Μα πώς να το γνωρίζεις; Μέχρι τότε δεν υπήρχε η 19η Μαΐου. Αυτός είναι και ο λόγος που ρωτάει ο Ατατούρκ. Οι συνομιλητές του αναρωτιούνται. Του λένε ότι είναι η τρίτη μέρα της κατοχής της Σμύρνης από τους Έλληνες. Όχι απαντάει ο Κεμάλ. Του λένε ότι έγινε το συλαλητήριο στην Αγκυρα. Όχι απαντάει ο Κεμάλ.
Του λένε ότι τη μέρα αυτή έστειλε ο Ισμέτ Πασά το τηλεγράφημα στον Κεμάλ από τη Λοζάνη, ότι έγινε η συνδιάσκεψη του Κερατίου, ότι έγιναν συνομιλίες με τους Άγγλους για το θέμα του Ιράκ και διάφορα άλλα γεγονότα.
Ο Μ. Κεμάλ τους λέει: «Αφήστε τα αυτά. Αυτό που ρωτάω είναι κάτι που είναι η σωτηρία της χώρας.»
Και πάλι ψάχνουν αλλά δεν πάει ο νους κανενός. Στο τέλος κάτι θυμάται Σιουκρού Καγιά, ο οποίος λέει: «Αυτή δεν είναι η μέρα που φύγατε από την Κωνσταντινούπολη;»
«Πλησιάζεις. Είναι η μέρα που φτάσαμε στη Σαμψούντα». Και συμπληρώνει: «Αυτή είναι η γιορτή που θα γιορτάζουμε».
Την επόμενη χρονιά ο Σουκρού Καγιά διοργανώνει για πρώτη φορά τις γιορτές της 19ης Μαϊου.»

Εδώ η 19η Μαίου αποτελεί την αρχή μιας νέας μυθοπλασίας. Ερμηνεύεται ξανά ο Εθνικός Ήρωας και είναι η περιόδος όπου δημιουργήθηκε ξανά το Χαλασκάρ.
Η επιστράτευση της εντοπιότητας και η ένταξή της στη διαδικασία της δημιουργίας της εννιαίας εθνικής ταυτότητας δημιουργεί μια νέα περίοδο μυθοπλασίας για την θεμελίωση της εξέλιξης του τουρκικού εθνικισμού. Παρόλα αυτά, όμως, αδυνατούν να δημιουργήσουν ένα έθνος. Δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια κοινή ταυτότητα που θα ενώσει τις διαφορετικές θρησκείες και εθνότητες της Ανατολίας. Η συνέχιση αυτής της κρίσης ταυτότητας και η αδυναμία να καλλιεργηθεί η επιδιωκώμενη κοινή συνείδηση των πολιτών αποτελεί τη βάση της επιθετικότητας του τουρκικού εθνικισμού.

πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου.

Δημοσίευση σχολίου