GuidePedia

0

Τα τηλεγραφήματα των διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων ενημερώνουν ότι η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί, οι οποίοι συναντήθηκαν στο Παρίσι, συμφώνησαν στο ότι η λύση στο σημερινό οικονομικό αδιέξοδο, είναι περισσότερη ενοποίηση για την Ευρώπη.
Την ίδια πάντως στιγμή, προφανώς μετά από την πεισματική άρνηση της Μέρκελ, και οι δυο ηγέτες απέρριψαν προς το παρόν τουλάχιστον, την έκδοση ευρωομολόγου.
Όλα δείχνουν ότι θα προταθεί η προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωζώνης, του άτυπου δηλαδή υπουργείου Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τον πρόεδρο της Ε.Ε. Χέρμαν Βαν Ρομπάι. Η πρότασή τους θα τεθεί και επίσημα στον Ρομπάι, σήμερα Τετάρτη, με την έκταση της θητείας του «υπουργού Οικονομικών» της Ένωσης να τοποθετείται στα 2,5 χρόνια.
Τον ερχόμενο Σεπτέμβριο οι δυο ηγέτες των χωρών που αποτελούν την «ατμομηχανή» της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα καταθέσουν τις προτάσεις τους, στις οποίες θα συμπεριλαμβάνεται και ένας φόρος επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, σε μια προσπάθεια να αποτραπούν τα «παιχνίδια» των κερδοσκόπων με τις οικονομίες των χωρών της Ευρωζώνης. Αυτό βέβαια θα οδηγήσει και σε μειωμένη ροή κεφαλαίων προς τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται να «κουμπώσει» με την αντίστοιχη έκκληση του θρυλικού διεθνούς επενδυτή, του γηραιού πλέον Αμερικανού δισεκατομμυριούχου Γουόρεν Μπάφετ, ο οποίος ζήτησε τη φορολόγηση των πλουσιοτέρων ως ένα μέσο αναδιανομής του εισοδήματος προς τις λιγότερο οικονομικά εύρωστες τάξεις. Κι όταν μιλάμε για τον Γουόρεν Μπάφετ, να θυμηθούμε ότι μιλάμε για έναν άνθρωπο φιλοσοφημένο, ο οποίος δεν άλλαξε τον τρόπο ζωής του, δεν αγόρασε έπαυλη, δεν διαθέτει ιδιωτικό αεροσκάφος κ.λπ. και αποφάσισε να δωρίσει όλη του την περιουσία σε φιλανθρωπίες, ούτε καν στα εγγόνια του, αντιλαμβανόμενος ότι τόσο μεγάλος πλούτος στα χέρια κάποιου ο οποίος δεν έχει κοπιάσει για τη δημιουργία του, μόνο κακό μπορεί να κάνει. Πραγματικά απίστευτος τρόπος σκέψης για τα σημερινά δεδομένα…
Οι δυο ηγέτες δηλώνουν ότι στόχος τους είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών, όχι μέσα σε ένα βράδυ, αλλά σταδιακά, μέσα από την επίδειξη συνεργατικού πνεύματος στην Ενωμένη Ευρώπη. Ωστόσο, αν και ως αντίληψη ακούγεται ορθή, πόσο πείθουν οι ηγέτες της Ευρώπης ότι η θέση τους αυτή δεν υπαγορεύεται από την αδυναμία τους να συμφωνήσουν σε πιο δραστικά μέτρα – όπως το ευρωομόλογο – και επί της ουσίας υποκρύπτει το έλλειμμα ηγεσίας που άπαντες πλέον διαπιστώνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Στην εικόνα εισέρχονται οι εσωτερικές πολιτικές ανάγκες των ηγετών:
Ο Σαρκοζί έχει να αντιμετωπίσει την επανεκλογή του σε λιγότερο από ένα χρόνο και σε κάθε περίπτωση επιθυμεί να καταξιωθεί στη συνείδηση των Γάλλων ψηφοφόρων ως ένας πρόεδρος που έδειξε ότι μπορεί να διαχειριστεί με στιβαρό πολιτικό χέρι μια κρίση του μεγέθους αυτής που αντιμετωπίζεται σήμερα.
Η Μέρκελ έχει να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις των κυβερνητικών της εταίρων κάποιοι εκ των οποίων απειλούν ακόμα και με κατάρρευση της κυβέρνησης σε περίπτωση θετικής γερμανικής κυβερνητικής εισήγησης για την υιοθέτηση ευρωομολόγου. Όταν όμως τα κράτη δανείζονται από τις τράπεζές τους (οι δεύτερες αγοράζουν ομόλογα) οι οποίες στη συνέχεια δανείζονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δίνοντας αυτά τα ομόλογα ως εγγυήσεις (collateral) για να δανειοδοτηθούν οι ίδιες, πόσο διαφορετικό είναι αυτό από έναν μηχανισμό ευρωομολόγου; Πόσο βαθιά έχει διεισδύσει στη Γερμανία η στρατηγική τύφλωση. Πόσο θα τους πάρει να αντιληφθούν ότι όσο καθυστερούν τόσο περισσότερα στο τέλος θα πληρώσουν;
Όπως έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν, η Γερμανία θα μπορούσε βέβαια να επιλέξει την έξοδο από το Ευρώ και την Ενωμένη Ευρώπη. Τα αποτελέσματα όμως της οικονομίας της, όπου οι δείκτες ανάπτυξης για το δεύτερο τετράμηνο ήταν αισθητά μειωμένα, ενδεχομένως να αφυπνίσει όσους Γερμανούς εξακολουθούν να βλέπουν αποστασιοποιημένα την κρίση, πιστεύοντας ότι οι ίδιοι θα μείνουν ανέγγιχτοι, τη στιγμή που από τις ΗΠΑ, πέρασε στην Ευρώπη και «μόλυνε» και την Κίνα και όλη υφήλιος συζητά πλέον για τη σοβαρή αστάθεια που παρουσιάζει το διεθνές οικονομικό σύστημα.
Τα αργά αντανακλαστικά που παρουσιάζει η γερμανική πολιτική τάξη, εγείρουν αναπόφευκτα ερωτήματα του αν και κατά πόσον η ηγεσία που προσφέρει στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επαρκής. Για μια χώρα που δεν τα πήγε και πολύ καλά στην παραγωγή… στρατηγών και έχασε όλους τους μεγάλους πολέμους στους οποίους εισήλθε – προκάλεσε για την ακρίβεια – φαίνεται ότι δεν επαρκούσε η εγκατάλειψη του μιλιταριστικού παρελθόντος για την υιοθέτηση πιο δυναμικού τρόπου σκέψης στην υπηρεσία της επίτευξης του ειρηνικού αυτή τη φορά αντικειμενικού σκοπού, αλλά παρουσιάζονται συστημικές αδυναμίες οι οποίες απειλούν ότι θα οδηγήσουν ξανά σε πανωλεθρία, οικονομική αυτή τη φορά.
Φαίνεται, ότι πολλοί Γερμανοί δεν αντιλαμβάνονται ότι το να μην καθίσουν όπως το 1919 στην πλευρά των ηττημένων στις Βερσαλλίες, δεν συνεπάγεται αυτόματα νίκη… Δεν αντιλαμβάνονται ότι το «γήπεδο» στο οποίο παίζουν είναι αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι έχουν εξίσου μεγάλες ευθύνες για την σημερινή κατάσταση, αφού αξιοποίησαν την Ενωμένη Ευρώπη για τη δική τους οικονομική ανάπτυξη, την οποία στήριξαν στις πλάτες του Νότου. Ο «οικονομικός εθνικισμός» δεν τους επέτρεψε να αντιληφθούν τους κινδύνους και σήμερα συμπεριφέρονται συλλογικά ως οι «καλοί και συνετοί», κατηγορώντας τους «κακούς και άφρονες» (μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες).
Πρόκειται για ένα παίγνιο που θα μπορούσε να οδηγήσει τη Γερμανία εκ νέου σε καταστροφή. Κι ας μη δείχνει να το καταλαβαίνει επαρκώς η πολιτική της ηγεσία και συνεπακόλουθα η κοινωνία της. Και μπορεί να ξέφυγε από το… «δις εξαμαρτείν», υπάρχει όμως και το «μια του κλέφτη… τρεις και…».
Από τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Γερμανίας θα κριθεί το αν η Ευρώπη μπορεί να στηρίζεται στην ισχυρή ευρωπαϊκή χώρα, ή αν η Ευρωπαϊκή Ένωση που μοιάζει όλο και περισσότερο με «Πύργο της Βαβέλ» θα καταγραφεί στην Ιστορία ως ένα ακόμα εγχείρημα το οποίο «δεν περπάτησε», πριν γυρίσει η Γηραιά Ήπειρος στην ισορροπία ισχύος και τους ανταγωνισμούς που αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν και σε στρατιωτικές συγκρούσεις. Πολύ πρόωρη και παρακινδυνευμένη εκτίμηση, είναι γεγονός, όμως οι πάντες οφείλουν πλέον να ξαναθυμηθούν την Ιστορία της δοκιμαζόμενης Ευρώπης, με μεγάλη ψυχραιμία, σκεπτικισμό και ρεαλισμό…

ΠΗΓΗ

Δημοσίευση σχολίου

 
Top