
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε ομιλία του την Κυριακή, απείλησε ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να κινηθεί στρατιωτικά και εναντίον του Ισραήλ, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, επαναλαμβάνοντας ότι η Τουρκία έχει ήδη επιδείξει αντίστοιχη επιχειρησιακή πρακτική σε άλλα μέτωπα.
Η νέα ευθεία απειλή του τούρκου προέδρου περί στρατιωτικής επέμβασης κατά του Ισραήλ, με αναφορές σε Λιβύη και Ναγκόρνο-Καραμπάχ, μπορεί να μην αλλάζει άμεσα τα επιχειρησιακά δεδομένα στη φλεγόμενη περιοχή, δημιουργεί όμως ένα νέο πλαίσιο. Σε μια συγκυρία όπου οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο και η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε φάση παρατεταμένης αστάθειας, η Άγκυρα επιλέγει να ανεβάσει το επίπεδο της ρητορικής σε σημείο που θυμίζει «στρατηγική προαναγγελία ρόλου». Όχι απαραίτητα πολέμου, αλλά παρουσίας. Και αυτό, για τη γεωπολιτική ισορροπία και τις αγορές, έχει την ίδια σημασία με την ίδια την απειλή.
Συνειδητή στρατηγική τοποθέτηση Ερντογάν
Η πρώτη ανάγνωση της δήλωσης είναι προφανής: κλιμάκωση. Η δεύτερη, όμως, είναι πιο ουσιαστική: πρόκειται για μια συνειδητή στρατηγική τοποθέτηση της Τουρκίας σε μια περιοχή που επαναπροσδιορίζεται χωρίς σταθερούς κανόνες.
Το timing δεν είναι τυχαίο. Το ναυάγιο των επαφών ΗΠΑ-Ιράν αφαιρεί έναν κρίσιμο μηχανισμό εκτόνωσης, ενώ η εκεχειρία στην περιοχή δείχνει όλο και πιο εύθραυστη. Σε αυτό το περιβάλλον, η Άγκυρα «διαβάζει» ένα κενό ισχύος και επιλέγει να το καλύψει – όχι απαραίτητα με στρατιωτική δράση, αλλά με επιθετική ρητορική που λειτουργεί ως εργαλείο επιρροής.
Η επίκληση της Λιβύης και του Ναγκόρνο-Καραμπάχ έχει συγκεκριμένο νόημα. Είναι τα δύο παραδείγματα όπου η Τουρκία κατάφερε να επεκτείνει την επιρροή της με περιορισμένο κόστος, χρησιμοποιώντας drones, πληρεξούσιους και επιλεκτική στρατιωτική εμπλοκή. Με άλλα λόγια, πρόκειται για το μοντέλο της «ελεγχόμενης προβολής ισχύος». Η αναφορά τους λειτουργεί ως υπενθύμιση: η Άγκυρα δεν μιλά θεωρητικά.
Οι προθέσεις και η πραγματικότητα
Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει διαφορετική. Μια άμεση στρατιωτική κίνηση κατά του Ισραήλ θα σήμαινε ευθεία σύγκρουση με μια στρατιωτικά υπέρτερη δύναμη, με άγνωστες συνέπειες τόσο για την Τουρκία όσο και για τη σχέση της με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι δυτικοί αναλυτές συγκλίνουν: Δεν πρόκειται για επιχειρησιακό σχέδιο, αλλά για μια μορφή επιθετικής στρατηγικής σηματοδότησης, που στόχο έχει να επηρεάσει τις ισορροπίες χωρίς άμεση σύγκρουση (“high-intensity signaling”)
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η Τουρκία θα εισβάλει στο Ισραήλ, πράγμα ελάχιστα πιθανό. Είναι γιατί επιλέγει να μιλά σαν να μπορεί.
Η απάντηση βρίσκεται σε τρία επίπεδα.Πρώτον, στο εσωτερικό. Η οικονομική πίεση και η πολιτική φθορά καθιστούν αναγκαία την επαναφορά του αφηγήματος της «ισχυρής Τουρκίας». Η εξωτερική ένταση λειτουργεί ως μηχανισμός συσπείρωσης.
Δεύτερον, στο περιφερειακό παιχνίδι ισχύος. Η Άγκυρα επιχειρεί να τοποθετηθεί απέναντι τόσο στο Ισραήλ όσο και στο Ιράν, διεκδικώντας ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο και στο παλαιστινιακό ζήτημα. Είναι μια προσπάθεια να καταστεί αναντικατάστατος παίκτης.
Τρίτον, προς τη Δύση. Το μήνυμα είναι σαφές: η Τουρκία δεν λειτουργεί πλέον ως προβλέψιμος σύμμαχος, αλλά ως αυτόνομος γεωπολιτικός δρων που διαπραγματεύεται από θέση ισχύος.
Κίνδυνος «ατυχήματος»
Αυτό που καθιστά τη συγκυρία πιο επικίνδυνη δεν είναι η πιθανότητα μιας άμεσης σύγκρουσης, αλλά ο κίνδυνος «ατυχήματος». Όσο αυξάνεται η ένταση της ρητορικής, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα λανθασμένου υπολογισμού – ενός επεισοδίου που θα μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο. Και το επεισόδιο αυτό δεν είναι απαραίτητο να γίνει στην επικράτεια του Ισραήλ ή της Τουρκίας. Θα μπορούσε να γίνει στη Συρία.
πηγή
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του Ellada simera.
Δημοσίευση σχολίου
Δημοσίευση σχολίου